Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Νοράτλας, 1974-2016

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το εξοργιστικά άστοχο σύνθημα «Η χούντα δεν τελείωσε το ’74» ακούστηκε και γράφτηκε (σε τοίχους κυρίως) πολλάκις τα τελευταία χρόνια της κρίσης. Αντίθετα, ένα άλλο σύνθημα που δεν ακούστηκε και δεν γράφτηκε από κανέναν, μα που θα έπρεπε να ειπωθεί επιτέλους, είναι ότι «Ο πόλεμος στην Κύπρο δεν τελείωσε το ’74».

Νομίζω πως αυτό ακριβώς το σύνθημα, που ουδέποτε ξεστόμισε κανένας μας, έγινε απολύτως αντιληπτό τώρα με την υπόθεση του εντοπισμού και επαναπατρισμού οστών των πεσόντων του Νοράτλας τη μοιραία νύχτα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο (διαβάστε το εξαιρετικό ρεπορτάζ-ανταπόκριση του Γιάννη Παπαδόπουλου στην «Κ» της Κυριακής, 9 Οκτωβρίου). Αν ο πόλεμος στην Κύπρο έλαβε ένα τέλος, αυτό είναι τώρα – τουλάχιστον για τους συγγενείς των συγκεκριμένων πεσόντων. Διότι ο κατάλογος των αγνοουμένων της Κύπρου είναι, δυστυχώς, μεγάλος – και ανοιχτός ακόμα...

Βλέπετε, ένας πόλεμος δεν τελειώνει όταν σιγήσουν τα όπλα. Μπορεί οι εχθροπραξίες να λήγουν κάποτε, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μαζί με τη λήξη των επιχειρήσεων λήγει και ο πόλεμος.

«Οταν ένας πόλεμος ξεκινάει», γράφει ο Βρετανός καθηγητής Φιλοσοφίας A. C. Grayling, «οι περισσότεροι ελπίζουν ότι θα είναι σύντομος. Ελάχιστοι συνειδητοποιούν ότι σχεδόν σίγουρα θα διαρκέσει περισσότερο από τους πυροβολισμούς. Χρειάζονται αιώνες για να χτιστεί μια πόλη, μια κοινωνία, μια κουλτούρα· λίγα λεπτά βομβαρδισμού, όμως, αρκούν για να καταστραφούν. Η αναδόμηση που ακολουθεί αποτελεί τμήμα του πολέμου».

Σωστά· διότι ενός πολέμου έπονται τραύματα, φανερά μα κυρίως αφανή, τραύματα που αποδεικνύονται εξαιρετικά ανθεκτικά στον χρόνο. Ενός πολέμου έπεται η κακοφορμισμένη μνήμη από φωνές που σίγησαν για πάντα, από σώματα που αφανίστηκαν και δεν νεκροφιλήθηκαν, ενός πολέμου –ακόμα και ενός τόσο σύντομου, όπως ήταν την Κύπρου του ’74, αν μιλήσουμε αποκλειστικά με όρους εχθροπραξιών– έπεται ένα μακροσκελές απουσιολόγιο που κανένας δεν θέλει να θυμάται. Σίγουρα δεν θέλουν να θυμούνται τα απουσιολόγια τα κράτη και οι πολιτείες, παρότι συχνά αυτές προκαλούν τους πολέμους. Οι συγγενείς των πεσόντων όμως δεν μπορούν να κάνουν και αλλιώς: το απουσιολόγιο με τα ονόματα των νεκρών γίνεται σταδιακά εμμονή, στοχοπροσήλωση, καημός, σαράκι. Κάποιοι πεθαίνουν με τον καημό αυτό, άλλοι ίσα ίσα που προλαβαίνουν να κρατήσουν στα χέρια τους έστω και ένα κασελάκι με ό,τι απέμεινε από τον αγαπημένο τους. Η ιστορία με τους νεκρούς του Νοράτλας (τους καταδρομείς που χάθηκαν από φίλια πυρά στην Κύπρο), η με 42 ολόκληρα χρόνια καθυστέρηση να γίνει διασταύρωση των στοιχείων, εξαντλητική επιστημονική έρευνα και, επιτέλους, να επιστραφούν στους συγγενείς τα (σωστά, και όχι τα λάθος, όπως συνέβη στο παρελθόν) οστά των γιων, αδελφών, πατέρων, συζύγων που έπεσαν στην Κύπρο καταδεικνύουν με τον πιο τραγικό τρόπο ότι ειδικά για αυτούς τους ανθρώπους ο πόλεμος συνεχιζόταν στις ζωές τους. Ισως τώρα στ’ αλήθεια να βρουν ειρήνη – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο πόνος θα φύγει βέβαια.

Η υπόθεση του Νοράτλας μπορεί πρωτίστως να αφορά τους άμεσα εμπλεκομένους, καθώς η Κύπρος δεν «αναβαθμίστηκε» σε γενικευμένο, ολοκληρωτικό πόλεμο για την Ελλάδα, δείχνει όμως μικρογραφικά την υπόγεια ένταση και τα μακροχρόνια, βαθιά οιδήματα που αφήνει πίσω της η κάθε ανθρωποσφαγή. Για παράδειγμα, τον Αύγουστο του 1949 έπεσε η τελευταία ντουφεκιά στον Γράμμο, εκείνος όμως ο πόλεμος συνεχίστηκε για δεκαετίες και, εν πολλοίς, δεν μας έχει αφήσει ακόμα – και πώς θα μπορούσε άλλωστε όταν την Ιστορία στην Ελλάδα την κατανοούμε σχεδόν αποκλειστικά με όρους αγιοποίησης ή δαιμονοποίησης;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ