ΘΕΑΤΡΟ

Ενα έπος για την πικρή γεύση της ήττας

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Το νόημα του έργου, ενός κόσμου που προσπαθεί να κατανοήσει τη βία, είναι τραγικά επίκαιρο. Γι’ αυτό θελήσαμε να επιστρέψουμε», λέει ο Π. Μπρουκ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το κρύο στις κερκίδες και η θέρμη που ανέδιδε η μαγεία της σκηνής είναι η πιο ισχυρή ανάμνηση από την πρώτη εννιάωρη «Μαχαμπαράτα» που παρουσίασε ο Πίτερ Μπρουκ, το 1985, στο θέατρο Πέτρας, στη διάρκεια της Αθήνας Πολιτιστικής Πρωτεύουσας. Το συνοπτικό ρεπορτάζ με τίτλο «Με γούνινες ζακέτες το Σάββατο στην Πέτρα» και ημερομηνία 16/9/1985, που έχω στο αρχείο μου, ανακαλεί εικόνες από μια μοναδική θεατρική εμπειρία.

Τρεις ημέρες από τρεις ώρες, η Μελίνα Μερκούρη παρούσα με τον Αντώνη Τρίτση, σύσσωμο το πολιτιστικό ρεπορτάζ της εποχής, πολλοί καλλιτέχνες, ασφυκτικά γεμάτο το θέατρο και ένα χειροκρότημα στο τέλος συναρπαστικό, που κράτησε δέκα λεπτά και δεν έλεγε να τελειώσει. Παρών, φυσικά, και ο Πίτερ Μπρουκ, ο οποίος αποθεώθηκε για το εγχείρημά του να μεταφέρει στη σκηνή το ινδικό έπος «Μαχαμπαράτα», ένα γιγάντιο έργο γραμμένο στα σανσκριτικά, γεμάτο αιματηρούς πολέμους για την εξουσία με ήρωες φύλαρχους, θεούς, πριγκίπισσες, βασιλιάδες, ξωτικά, πάθη, καταστροφές, αλλά και αγάπη και κατανόηση για τα μικρά και ανθρώπινα.

Εκτοτε πέρασαν 31 χρόνια, ο Πίτερ Μπρουκ είναι 91 ετών, συμπεριλαμβάνεται στις μεγαλύτερες θεατρικές προσωπικότητες παγκοσμίως, έχει αφοσιωθεί στην εξερεύνηση του σχεδόν άδειου σκηνικού χώρου, στον μινιμαλισμό, σε απόλυτο μέγεθος, στην πιο πυκνή και ουσιαστική εκδοχή του.

Για τέσσερις ημέρες την ερχόμενη εβδομάδα (17-20 Οκτωβρίου) ο Πίτερ Μπρουκ θα παρουσιάσει στο Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος» μια συνοπτική εκδοχή της «Μαχαμπαράτα», διάρκειας περίπου μιάμισης ώρας, με τίτλο «Battlefield». Η παραγωγή, που φέρνει στην Ελλάδα η Αττική Πολιτιστική Εταιρεία (όπως και άλλες, προηγούμενες, του Μπρουκ), περιλαμβάνει τέσσερις ηθοποιούς και τον βετεράνο μουσικό Toshi Tsuchitori, που είχε συμμετάσχει και στην εννιάωρη θρυλική παράσταση.

Χρειάστηκαν δύο χρόνια προετοιμασίας για να επιστρέψει ο σκηνοθέτης με τη σταθερή συνεργάτιδά του Μαρί–Ελέν Εστιέν στο ίδιο θέμα, από διαφορετική διαδρομή και οπτική. «Ο θεατής μπορεί να σκεφτεί τη Συρία, την Μπουρκίνα Φάσο, το Ιράκ, σχεδόν όλο τον κόσμο», σημειώνει ο Μπρουκ.

Στον απόηχο ενός θανατηφόρου εμφύλιου πολέμου, ο βασιλιάς Yudishtire, με νωπό ακόμη το αίμα στα χέρια του από τη σφαγή, προσπαθεί απεγνωσμένα να κυβερνήσει με τον ίδιο τρόπο τους σφαγείς και τα θύματα, τους νικητές και τους ηττημένους. Μεταξωτά πέπλα γίνονται άλλοτε ποτάμια και άλλοτε σάβανα, οι ηθοποιοί μετενσαρκώνονται πότε σε σκουλήκια και πότε σε αετούς, πότε σε θύματα και πότε σε θύτες. Το «Battlefield», σύμφωνα με την κριτική, «διακρίνει ένας ενθουσιώδης βουβός μινιμαλισμός, αλλά συγχρόνως έχει την πικρή γεύση της ήττας». «Αν ξανακάναμε τη “Μαχαμπαράτα” θα ήταν μια αναβίωση χωρίς νόημα. Ενα ξαναζεσταμένο  φαγητό», λέει ο Π. Μπρουκ. «Γυρίσαμε την ταινία το 1989 και αυτό είναι αρκετό. Μετά τα πρόσφατα τραγικά γεγονότα στο Παρίσι, το “Battlefield” μοιάζει σαν να γράφτηκε σήμερα. Το νόημα του έργου, ενός κόσμου που προσπαθεί να κατανοήσει την καταστροφική βία, είναι τραγικά επίκαιρο. Γι’ αυτό θελήσαμε να επιστρέψουμε στο θέμα», συμπληρώνει ο Μπρουκ. «H Μαχαμπαράτα δεν είναι ηθικολογία, είναι γεγονός. Το ηθικό, το καλό ή το κακό, δεν υπάρχουν πουθενά εμφανώς. Το θέμα είναι αλλού: στο τι πρέπει να κάνει κανείς», προσθέτει η Μαρί–Ελέν Εστιέν.

Σε μία από τις επισκέψεις του στην Ελλάδα (το καλοκαίρι του 2005) συναντήσαμε τον Πίτερ Μπρουκ για μια, μακρά, συνέντευξη. Ανάμεσα στα ερωτήματα ήταν αν πιστεύει ότι έχει δημιουργήσει μια θεατρική μέθοδο. Η απάντησή του: «Για μένα μέθοδος είναι η ζωή, που δεν έχει φόρμα, αλλά κινείται διαρκώς. (...) Για μένα το θέατρο είναι μια συμπυκνωμένη φόρμα ζωής». Κάπως έτσι πορεύεται ο μεγάλος αυτός δημιουργός, εξακολουθώντας πάντα να υποστηρίζει πως, όταν ένας άνθρωπος διασχίζει ένα χώρο, ενώ ένας άλλος τον κοιτάζει, «αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται το θέατρο για να ξεκινήσει».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ