ΕΛΛΑΔΑ

Νεοφιλελευθερισμός χωρίς νεοφιλελεύθερους

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ε​​δώ και περίπου 30 χρόνια, ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ελλάδα. Εχει σκεπάσει σαν μαύρο σύννεφο τον ουρανό της, μοιάζει να απειλεί συνεχώς με βροχή, αλλά δεν έχει ρίξει ποτέ σταγόνα. Κι ωστόσο, όλοι διαρκώς επικαλούνται τον κίνδυνο, οι συνέπειες της μπόρας θα είναι καταστροφικές, λένε συνεχώς πανικόβλητοι. Μάλιστα, κάποιοι ισχυρίζονται ότι η καταιγίδα έχει ήδη ξεκινήσει και οι καταστροφές είναι ήδη μεγάλες. Είναι τρομερό τι μπορεί να προξενήσει ένας τέτοιος τυφώνας... Κι ας έχει ντάλα ήλιο!

Το φάντασμα του νεοφιλελευθερισμού στοιχειώνει, δεκαετίες τώρα, τον ύπνο και τον ξύπνιο του πολιτικού μας συστήματος, σε όλο το φάσμα του, από την άκρα Αριστερά ώς την άκρα Δεξιά. Ολοι τους, με μικρές εξαιρέσεις, σαν άλλοι Δον Κιχώτες, είναι έτοιμοι να εφορμήσουν καταπάνω στον αόρατο εχθρό, ο οποίος πάντοτε αποδεικνύεται –τι κρίμα– οφθαλμαπάτη. Από τους πρώτους που επικαλείται τον κίνδυνο είναι ο Ανδρέας Παπανδρέου, μετά την εκλογή του Κώστα Μητσοτάκη στην προεδρία της Νέας Δημοκρατίας, στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Η επίκληση του νεοφιλελεύθερου μπαμπούλα ταιριάζει γάντι κυρίως με την τότε περιρρέουσα διεθνή ατμόσφαιρα, καθώς η ατζέντα των μεταρρυθμίσεων από Θάτσερ και Ρέιγκαν στον αγγλοσαξονικό κόσμο φέρει όντως αυτό το πρόσημο.

Αλλά, φυσικά, η πραγματικότητα της Ελλάδας δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Στα καθ’ ημάς, το κρατικιστικό-κορπορατιστικό μοντέλο βρίσκεται εκείνη τη στιγμή στο απόγειό του και ουδείς τολμάει να το αμφισβητήσει. Εχει άλλωστε προηγηθεί ο κρατισμός των καραμανλικών κυβερνήσεων του 1974-1980, τις οποίες ο τότε ΣΕΒ κατηγορεί για «σοσιαλμανία». Το ΠΑΣΟΚ θα το πάει σε άλλα επίπεδα. Διόγκωση του δημόσιου τομέα, κρατικοποίηση πτωχευμένων επιχειρήσεων, κεντρικός έλεγχος των μεγάλων τραπεζών όπου εξυπηρετούνται οι «πελάτες» του πολιτικού συστήματος, ενίσχυση των συντεχνιών και του συνδικαλισμού, σε σημείο μάλιστα που να έχει αντιστραφεί η παλιά πελατειακή σχέση και ο ισχυρός να είναι τώρα ο συνδικαλιστής και όχι ο υπουργός. Ολα αυτά σίγουρα δεν μπορεί να έχουν καμία σχέση με τον νεοφιλελευθερισμό. Στην πραγματικότητα, δεν έχουν καν σχέση με στοιχειωδώς ελεύθερη οικονομία, ενώ οι ανισότητες που δημιουργούν είναι μεγάλες (βλ. π.χ. στο ασφαλιστικό σύστημα), αφού οι insiders (βολεμένοι) του συστήματος δεν αφήνουν πόρους για τους outsiders. Μπορεί να μην έχει νεοφιλελευθερισμό η Ελλάδα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο κρατισμός της δεν παράγει ανισότητες.

Η δεκαετία του ’90 μόλις που διαφοροποίησε ελαφρά αυτό το μοντέλο, προωθώντας ορισμένες ιδιωτικοποιήσεις (Μητσοτάκης, Σημίτης) και πάλι, όμως, χωρίς να θιγεί ο κεντρικός πυρήνας του. Δεν θα μπορούσε, άλλωστε. Η δομή της ελληνικής κοινωνίας, καθώς και η ιστορικά διαμορφωμένη κουλτούρα της έχει ένα βασικό και αναλλοίωτο στον χρόνο αίτημα: την ασφάλεια. Ασφάλεια από την αυθαιρεσία του κράτους, από το αόρατο χέρι της αγοράς ή σήμερα από την έκθεση στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία του ρίσκου. Οι περίτεχνες οικογενειακές στρατηγικές που ακολουθούνται ήδη από τον 19ο αιώνα καθώς και οι λογής λογής πρόσοδοι που αντλούνται κυρίως από το κράτος, σ’ αυτόν τον φόβο απαντούν. Το αποδεικνύουν άλλωστε και οι διάφορες κατατάξεις της Ελλάδας στους διεθνείς πίνακες για την ανοικτή οικονομία, όπου μας ξεπερνούν ακόμη και αφρικανικές χώρες. Εκεί εντοπίζεται κι ένας από τους πρωταρχικούς λόγους της έλλειψης μεταρρυθμιστικής κουλτούρας στη χώρα. Οπως και της έλλειψης ογκωδών μεταρρυθμιστικών δυνάμεων στο πολιτικό σύστημα. Οταν αυτές παρουσιάστηκαν αυτόνομα (π.χ. ΔΡΑΣΗ), δεν κατάφεραν ποτέ να κερδίσουν πάνω από 1%-2%, και φυσικά εξαφανίστηκαν. Για ποιο νεοφιλελευθερισμό μιλάμε τότε;

Και όμως, η ρητορεία κατά του νεοφιλελευθερισμού, από τον ΣΥΡΙΖΑ, τους ΑΝΕΛ, το ΠΑΣΟΚ μέχρι μια ευμεγέθη πτέρυγα της Ν.Δ. που κυβέρνησε το 2004-2009, σε μια χώρα χωρίς κανέναν νεοφιλελεύθερο, είναι σήμερα πολύ ισχυρότερη από ποτέ.

Πολύ ενδεικτική είναι η επίκληση του (κατά κανόνα αριστερόστροφου) φόβου να γίνει το ελληνικό πανεπιστήμιο «επιχείρηση». Είναι στ’ αλήθεια αστείο για όποιον γνωρίζει τα πράγματα εκ των έσω. Στην πραγματικότητα, τα ελληνικά ΑΕΙ δυσκολεύονταν πάντα ν’ αντλήσουν από τους ιδιώτες ακόμη και μικρές χορηγίες για τον καφέ στα διαλείμματα των συνεδρίων που οργανώνουν. Δεν αναφερόμαστε καν στην έρευνα. Με μικρές μόνο εξαιρέσεις, τα ελληνικά ΑΕΙ έχουν αλωθεί κι αυτά από την κουλτούρα του κράτους-πατερούλη που θα τους παράσχει ό,τι πόρο χρειαστούν. Δεν συμμετέχουν σε ανταγωνιστικά προγράμματα, δεν έχουν κάνει παρά ελάχιστα χρήση της επώνυμης έδρας (όπου προβλέπεται χρηματοδότηση από ιδιώτες), η οποία θα τους επέτρεπε να αυξήσουν το καθηγητικό προσωπικό χωρίς να ζητιανεύουν θέσεις από το υπουργείο. Τα αυτοχρηματοδοτούμενα μεταπτυχιακά προγράμματα που αναπτύχθηκαν χονδρικά την τελευταία 15ετία ήταν η πρώτη τους ιδιαίτερα επιτυχημένη απόπειρα να βρουν εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης. Η προωθούμενη μεταρρύθμισή τους από τη σημερινή κυβέρνηση φαίνεται να βάζει τέλος και σε αυτή την τελευταία εναλλακτική. Στο ερώτημα από πού θα χρηματοδοτηθούν, εφόσον οι προϋπολογισμοί των ιδρυμάτων δεν φθάνουν για τα στοιχειώδη, η απάντηση είναι το ανασήκωμα των ώμων.

Η ρητορεία κατά του νεοφιλελευθερισμού αποδεικνύεται, λοιπόν, σε αυτές τις περιπτώσεις εξαιρετικά χρήσιμη. Κατασκευάζοντας έναν φαντασιακό εχθρό και χτυπώντας αλύπητα το φάντασμά του, καταφέρνεις να κρύψεις τη δική σου ένδεια ιδεών. Τώρα πολεμάμε τον τυφώνα του νεοφιλελευθερισμού και βλέπουμε για μετά. Το είχε πει άλλωστε και ο πρωθυπουργός σε κάποια περίσταση: υπάρχει το φαινόμενο της ξηρής καταιγίδας, όπου δεν ρίχνει καθόλου νερό. Εμείς, καλού κακού πάντως, θα συνεχίσουμε να κρατάμε ομπρέλες.

*Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ