ΒΙΒΛΙΟ

Συγκάτοικοι στην τρέλα

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΗΚΑΣ
Κομμένα
εκδ. Νεφέλη

Ο​​ι διηγηματογραφικοί χαρακτήρες που μας συστήνει στο πρώτο του βιβλίο ο Κωνσταντίνος Τζήκας δεν είναι απλώς κομμένοι, είναι κομμάτια. Πολύ πέραν της παραφροσύνης, αποζητούν την ύπατη συγκίνηση, εκείνη που θα τους απαλλάξει από το δεσμωτήριο της πραγματικότητας. Σε έναν κόσμο άδειο από χαρά, λαχταρούν μια ευδαιμονική φυγή, μακριά από την ακιδωτή, όπως φαντάζονται πως είναι, άκρη του σύμπαντος. Κάποιοι βρίσκονται ήδη εν μέσω του άλματος προς την άλλη πλευρά του καθρέφτη, εκεί όπου οι παραμορφώσεις κυρτώνουν τη γραμμική όψη των πραγμάτων. Η γραφή του Τζήκα, αλλόφρων, ευρηματική και αιφνιδιαστική, συνδράμει δραστικά την τρέλα των ηρώων. Η γλωσσική εκφορά των προσωπογραφιών ηχεί σαν σπασμός πνιγμονής μες στην ασφυκτική κυριολεξία της ζωής.

Η ένοικος της εναρκτήριας ιστορίας διαμένει σε ένα διάτρητο σπίτι, το οποίο μουσκεύουν διαβρωτικές απεκκρίσεις, που αναβλύζουν από το μυαλό του εραστή της. Στο μυαλό του μαινόταν πόλεμος και όλα εκεί μέσα ήταν «υγρά και κρύα και σκοτεινά», ενόσω εκείνη ζούσε στάζοντας και διαρρέοντας. Στην «Εκτροφή κουκκίδας», από τα καλύτερα πεζά, ο ήρωας σιτίζει στο διαμέρισμά του μια μικρή μαύρη κουκκίδα, βλέποντάς την να μεγαλώνει και να θεριεύει μέχρι που γίνεται κενό, ικανό να τον κρύψει για πάντα από τον ήλιο. Στον αντίποδα του θυμικού του, ένας άλλος, οιονεί χαρταετός, ονειρεύεται ηλιόφωτα φτεροκοπήματα μέχρι που η άκαυστη προσμονή του τον δένει σύγκορμο με τα σχοινιά της παράνοιας.

Οι ερωτευμένοι της συλλογής προφανώς διαβαίνουν αβίαστα τα όρια της αλλοφροσύνης. Ενας άντρας ανακαλύπτει τη μαγεία, που του στερούσε η ζωή, σε ένα κομμένο από τον καρπό γυναικείο χέρι, που βρέθηκε ουρανοκατέβατο στον ώμο του. Κοιτάζοντας με ρίγη ηδονής το χέρι, ένιωθε πως το πεπρωμένο τού ένευε καθοδηγώντας τον προς τον υπέρτατο έρωτα. Το ασώματο άκρο τον ταξίδευε «σε υπέργειες και υπόγειες διαστάσεις του νου», τον χειραγωγούσε με έναν ακραίο οργασμό, που δεν συγκρινόταν με καμία συγκίνηση των ανθρώπινων, έμψυχων συναφειών. Στο διήγημα «Αυτό που εκκρίνεται» ο σύζυγος ανήμπορος μπροστά στη φονική τρέλας της γυναίκας του που αφάνιζε λίγο λίγο τον εαυτό της αυτομολώντας «απ’ τη θύμησή της», αποθήκευε κάθε έκκριμά της, «όλα τα αποκυήματα της ζωής της που έρεαν μακριά της», για να την κρατήσει ζωντανή, ακόμα και όταν εκείνη θα είχε κρεουργήσει το πλέον εύσαρκο ενθύμιό της, το σώμα της. Αλλού μια σύζυγος παραφρονεί από ζηλοφθονία, όταν ο άντρας της συνάπτει έναν αδιανόητο ομοφυλοφιλικό δεσμό με τον καρκίνο. Λυσσούσε όσο σκεφτόταν τα καρκινικά κύτταρα να απομυζούν τη σάρκα του και ολοένα αναχάραζε στο μυαλό της τερατώδεις, υποδόριες σκηνές πορνό και ευχόταν να γινόταν η ίδια καρκίνος ώστε επιτέλους εκείνος «να ένιωθε τον όγκο της –τον δικό της όγκο- να τον πλακώνει».

Χωρίς αμφιβολία ο Τζήκας δεν υστερεί σε πρωτοτυπία. Τόσο η θεματολογία όσο και η γραφή του διαθέτουν τόλμη και δύναμη και ο ίδιος ένα σουρεαλιστικό, μάλλον ψυχεδελικό, βλέμμα, που επιβάλλεται στις σελίδες. Τα διηγήματα εκρήγνυνται θεαματικά, ακολουθώντας μια υπολογισμένη κλιμάκωση, ενώ πολλά στιγμιότυπα, πυκνωμένα σε απρόσμενες παρομοιώσεις, εντυπωσιάζουν με τον ακαριαίο αντίκτυπό τους.

Ωστόσο, η συγγραφική ορμή δεν γλιτώνει τον Τζήκα από κάποιες παρεκτροπές της φαντασίας, όπως, λόγου χάριν, συμβαίνει στα διηγήματα «Η γυναίκα που αγαπούσε τα κτίρια» και «Καρκινικά ειδύλλια 1: Η καφετιά παγόδα», τα οποία, συν τοις άλλοις, μαρτυρούν αδεξιότητα ως προς την τιτλοφόρηση. Από την άλλη, όμως, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στο απίθανο πεζό «Κάντυ», όπου ο τίτλος της συλλογής βρίσκει την πιο εμπνευσμένη αντιπροσώπευση. Η φωτογραφία ενός πορνοπεριοδικού υφίσταται αφάνταστες μεταλλάξεις μέχρι που επιστρέφεται κομματιασμένη, λερωμένη και περιχυμένη στην εικονιζόμενη, η οποία ματώνοντας το διόλου πια ιλουστρασιόν είδωλό της το εξαφανίζει στα έγκατα του κορμιού της. Ο ακρωτηριασμός, μεταφορικός και κυριολεκτικός, με τη συνεργία της σημειολογίας και της αποδόμησης, αναδεικνύουν την Κάντυ στο πιο ενδιαφέρον κομμένο πρόσωπο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ