ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Τανζανία οικογενειακώς

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΜΑΡΙΝΑ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗ, ΕΜΙΛΥ ΚΕΡΝ

Κοπάδι ελεφάντων στο Εθνικό Πάρκο Tarangire. (Φωτογραφία: Getty Images/ Ideal Image.gr)

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα μακρινό, συναρπαστικό ταξίδι στη χώρα των Μαασάι, από τους μαύρους ρινόκερους και τους αφρικανικούς ελέφαντες έως τον κρατήρα του Ngorongoro. 

Καθόμαστε γύρω από τη φωτιά. Τα χρώματα της δύσης δίνουν μια απόκοσμη μορφή στα δέντρα μπαομπάμπ, το σήμα κατατεθέν της βλάστησης του Εθνικού Πάρκου Tarangire. Μια μικροσκοπική αντιλόπη ντικ-ντικ πλησιάζει και σχεδόν ακουμπά το πόδι μου. Τα παιδιά παρατηρούν τα μπλε ελεκτρίκ πουλιά που πίνουν νερό από την υπαίθρια δεξαμενή, ενώ ο Κώστας προσπαθεί να συνεννοηθεί με τον Μαασάι φύλακα –που θα μείνει ξύπνιος όλο το βράδυ έξω από τη σκηνή μας– για το πόσο κοντά ενδέχεται να πλησιάσουν μέσα στη νύχτα οι ελέφαντες του Πάρκου.

Στο μαγικό Εco Science Resort, που έχει δημιουργήσει στο Tarangire ο Μπεν, καθηγητής Ηφαιστειολογίας στο Πανεπιστήμιο Νέλσον Μαντέλα, μαζί με τη γυναίκα του Ναντίν, πολυτελείς σκηνές και σουίτες φτιαγμένες από πέτρα φιλοξενούν ερευνητές Γεωλογίας από όλο τον κόσμο. Τον ακούμε να παίζει μουσική που έχει συνθέσει ο ίδιος, καθώς σερβίρεται το δείπνο μας και συζητάμε με τον Τζούμα, τον οδηγό-ξεναγό μας. Το θέμα μας είναι φυσικά η υπέροχη φυλή των Μαασάι, που λίγο νωρίτερα μας είχαν υποδεχτεί στην μπόμα τους (ένα είδος μικρού χωριού με καλύβες από άχυρο και λάσπη) με τραγούδια και χορούς.

Η πρώτη στάση του ταξιδιού μας στην Τανζανία, το Εθνικό Πάρκο Tarangire, είναι πολύ γνωστό για τον μεγάλο πληθυσμό ελεφάντων του. Μόλις μία μέρα νωρίτερα, στην Αθήνα, ετοιμαζόμασταν για την 9ωρης διάρκειας πτήση μας με προορισμό τη συναρπαστική αφρικανική χώρα: δεκαέξι ημέρες, τέσσερις ενήλικοι, δύο παιδιά 5 και 10 ετών, επτά διαφορετικά ξενοδοχεία, τρεις εσωτερικές πτήσεις. Tarangire, Ngorongoro, Serengeti, Tanga, Ζανζιβάρη, ένας συνδυασμός σαφάρι, εξερεύνησης, γνωριμίας φυλών, παρθένας φύσης, θάλασσας και μικρών δόσεων κοσμοπολιτισμού.

ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΑΑΣΑΪ

Ο πληθυσμός των Μαασάι ξεπερνά το 1,5 εκατομμύριο άτομα. Ζουν στη βόρεια Τανζανία και στη νοτιοδυτική Κένυα, κοντά ή μέσα σε ζώνες χαρακτηρισμένες ως εθνικά πάρκα. Είναι οι μόνοι που επιτρέπεται να ζουν εντός προστατευόμενων περιοχών, γιατί δεν κυνηγούν τα άγρια ζώα. Είναι κτηνοτρόφοι και παραδοσιακά η διατροφή τους αποτελούνταν κυρίως από το κρέας των οικόσιτων ζώων που εξέτρεφαν (αγελάδες, κατσίκες και πρόβατα), το αίμα και το γάλα τους.

Χαρακτηριστικές είναι οι πολύχρωμες στολές τους. Οι φιγούρες τους γίνονται μέρος του τοπίου. Ζουν με τον ίδιο τρόπο και τις ίδιες συνήθειες που είχαν οι πρόγονοί τους, 2.000 χρόνια πριν. Ψηλόλιγνοι, περήφανοι, ευγενείς, φιλόξενοι, πολεμιστές και... πολυγαμικοί (οι άντρες μόνο!), υπολογίζουν την περιουσία τους βάσει του αριθμού των ζώων τους. Το βιος τους αυξάνεται κάθε φορά που παντρεύονται: η νύφη «έρχεται» πάντα με την προίκα της, που αποτελείται από 15 με 20 ζώα περίπου. Ο πιο πλούσιος της περιοχής που γνωρίσαμε είχε 45 γυναίκες και 300 παιδιά.

Εχοντας γίνει ένα με τη φύση, οι Μαασάι, αλλά και άλλες φυλές, πηγαίνουν παντού με τα πόδια. Ολοι οι άνθρωποι στην Τανζανία είναι χαρούμενοι και αξιοπρεπείς και θεωρούν τη χειραψία απαραίτητη πριν από την έναρξη οποιασδήποτε συζήτησης. Σε αντιμετωπίζουν σαν ίσος προς ίσο, προσπαθώντας πάντα να σε εξυπηρετήσουν από όποιο πόστο και αν δουλεύουν. Η ζωή κυλάει «πόλε-πόλε», όπως λένε, σιγά-σιγά δηλαδή, και όλοι καλούνται να προσαρμοστούν σε αυτό. Πρωταρχική αξία η φύση: όλοι εξαρτιόμαστε και είμαστε υπόλογοι σε αυτήν. Τα παιδιά των Μαασάι παίρνουν το βάπτισμα του πυρός ως βοσκοί σε ηλικία 5 ετών – τότε βγαίνουν για πρώτη φορά με το κοπάδι. Τα βλέπουμε παντού κατά τη διάρκεια της διαδρομής κι εκείνα μας χαιρετούν με χαρά, επιδιώκοντας την επαφή μαζί μας, χωρίς όμως να επιζητούν κάτι. Το βράδυ αποκοιμιόμαστε ήσυχοι στις σκηνές-σπίτια, με τους ήχους των ζώων να μας νανουρίζουν.

ΑΠΟΚΟΣΜΑ ΤΟΠΙΑ, ΑΓΡΙΑ ΠΑΝΙΔΑ

Το επόμενο πρωί επιβιβαζόμαστε στο Land Rover μας, που χωράει συνολικά 8 άτομα, και φεύγουμε για σαφάρι. Η εμπειρία είναι συγκλονιστική. Κυριαρχούν οι ζέβρες και, σε απόσταση αναπνοής, οι ελέφαντες, οι οποίοι μας... κλείνουν τον δρόμο ενώ κοιτούν ήρεμα το αυτοκίνητο. Εχουν, εξάλλου, προτεραιότητα.

Το Ngorongoro, μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, είναι μια από τις μεγαλύτερες καλντέρες της Γης, ένας ανενεργός κρατήρας 260 τετραγωνικών χιλιομέτρων, όπου ζουν 25.000 ζώα χωρίς να μεταναστεύουν. Εδώ συνυπάρχουν, καθορίζοντας το τοπίο και την εμπειρία μας, μαύροι ρινόκεροι, γκνου, γαζέλες, ζέβρες, ελέφαντες, λιοντάρια, ιπποπόταμοι, αφρικανικά βουβάλια, καμηλοπαρδάλεις.

Η πρώτη επαφή με το Ngorongoro είναι από ψηλά, από όπου παρατηρούμε πρώτη φορά τον κρατήρα. Το απόκοσμο τοπίο του, που ξεπροβάλλει μέσα από την πλούσια βλάστηση, αποτελεί ένα από τα επτά φυσικά θαύματα της Αφρικής. Φτάνοντας, βλέπουμε τα τέσσερα από τα πέντε μεγάλα ζώα της Αφρικής, τα λεγόμενα Big Five (λιοντάρι, ελέφαντας, βουβάλι, ρινόκερος, λεοπάρδαλη). Χάρη στον έμπειρο ξεναγό μας, εντοπίζουμε από μακριά και έναν μαύρο ρινόκερο, που είναι ίσως το πιο σπάνιο είδος πανίδας που φιλοξενεί ο κρατήρας: υπάρχουν λιγότεροι από 25. Εχοντας δει στην κυριολεξία χιλιάδες ζώα, αναρωτιόμαστε αν υπάρχει κάτι άλλο που το Serengeti θα μπορούσε να μας προσφέρει.

Το Εθνικό Πάρκο του, συνολικής έκτασης 14.750 τ.χλμ. (σχεδόν όσο και η Πελοπόννησος), είναι ένα από τα μεγαλύτερα καταφύγια άγριων ζώων στον κόσμο. Οδηγούμε off road για 2 ώρες στη σαβάνα και η φύση ξεδιπλώνει την άγρια ομορφιά της. Μια ύαινα τρώει μπροστά μας μια πεθαμένη αντιλόπη, ενώ τα όρνια περιμένουν τη σειρά τους. Eνοχλείται από κάποιον θόρυβο και απομακρύνεται, για να πάρουν τη θέση της τα τσακάλια. Οι ύαινες μου ήταν αντιπαθείς, μέχρι που ο ξεναγός μας, ο Τζούμα, μου λέει ότι την περίοδο της μετανάστευσης ταξιδεύουν μέχρι και 3.000 χλμ. ακολουθώντας τα θηράματά τους, για να βρουν τροφή για τα παιδιά τους. 

Το Serengeti είναι το τελευταίο σημείο στον πλανήτη όπου η μετανάστευση γίνεται όπως εκατομμύρια χρόνια πριν. Κάθε χρόνο, 2 εκατομμύρια πουλιά και θηλαστικά φεύγουν τον Απρίλιο και επιστρέφουν τον Οκτώβριο, συμμετέχοντας στη μεγαλύτερη μετανάστευση ζώων στη Γη και δημιουργώντας ένα συγκλονιστικό θέαμα. Τρία λιοντάρια μάς κοιτούν στα μάτια ενώ ετοιμάζονται χορτάτα για τον ύπνο τους. Πέντε λεπτά αργότερα, παρακολουθούμε αμέτρητους ιπποπόταμους να στριμώχνονται όλοι μαζί σε μία λίμνη. Η τύχη μάς χαμογελά ξανά: σε απόσταση αναπνοής βρίσκονται δύο τσιτάχ – το πιο καλλίγραμμο και το πιο γρήγορο ζώο στον πλανήτη.

Από τις πιο όμορφες και σημαντικές εμπειρίες του ταξιδιού μας είναι το Rhotia Valley, ένα καταπληκτικό ξενοδοχείο με 16 καλύβες πάνω στο βουνό, ανάμεσα στο Ngorongoro και το Εθνικό Πάρκο του Serengeti. Ο Τζορτζ και η Μαρίσα, συνταξιούχοι Ολλανδοί γιατροί, το δημιούργησαν προκειμένου να χρηματοδοτούν τη λειτουργία του ορφανοτροφείου που έχουν φτιάξει στον απέναντι λόφο. Με δικούς του λαχανόκηπους, φούρνο, φάρμα και υπέροχους κοινόχρηστους χώρους, το ξενοδοχείο, απλό και ενταγμένο στο τοπίο, διαθέτει στοιχεία αφρικανικά, ιδωμένα όμως με δυτική ματιά υψηλής αισθητικής. Εντυπωσιακή είναι η δουλειά που κάνουν στο ορφανοτροφείο: 36 παιδιά όλων των ηλικιών φιλοξενούνται σε εκπληκτικές εγκαταστάσεις με πλήρη εξοπλισμό, υπολογιστές, παιχνίδια, βιβλιοθήκη, παιδική χαρά και άλλα πολλά. Οι άνθρωποι αυτοί πραγματοποιούν το όνειρό τους ζώντας μια δεύτερη συναρπαστική ζωή και βοηθώντας ορφανά της περιοχής. Η Μαρίσα μοιράζεται μαζί μας την κοσμοθεωρία της: «Κάποια πράγματα που θεωρούμε εύκολα πραγματοποιούνται δύσκολα, ενώ κάποια που φαντάζουν πολύ δύσκολα γίνονται εύκολα, αρκεί να το πιστέψεις!».

ΜΕ ΤΟ ΜΟΝΟΚΙΝΗΤΗΡΙΟ ΣΤΗΝ ΤΑΝΓΚΑ

Η μετάβασή μας στην Tanga, το βορειότερο λιμάνι της Τανζανίας και μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας κοντά στα σύνορα με την Κένυα, γίνεται με μικρό μονοκινητήριο αεροπλανάκι 14 ατόμων. Ο Κώστας κάθεται μπροστά με τον πιλότο για τα 30 λεπτά πτήσης. Από την πρώτη στιγμή καταλαβαίνουμε ότι η Tanga θα είναι μια μοναδική εμπειρία, το πιο παράτολμο μέρος του ταξιδιού. 

Το Fish Eagle, με τις 13 καλύβες του πάνω στη θάλασσα, είναι το μοναδικό resort σε 500 χλμ. ακτογραμμής. Το διπλανό χωριό των 100 ανθρώπων σπάνια βλέπει ξένους και ενθουσιάζεται με την άφιξή μας. Δεκάδες παιδιά και μεγάλοι βγαίνουν στους δρόμους να μας χαιρετήσουν. Στη διαδρομή, γυναίκες με πολύχρωμα φορέματα κουβαλούν στο κεφάλι τους ξύλα. Κάθε δεμάτι πρέπει να ζυγίζει πάνω από 50 κιλά. Πιο πέρα, ένα τρίκυκλο έχει στοιβάξει τάπες και κατσαρόλες ίσαμε δύο φορές το ύψος του οδηγού και πουλάει την πραμάτεια του στις καλύβες.

Στα μάτια μας το Fish Eagle φαντάζει σαν ο παράδεισος του ναυαγού που ξέβρασε η θάλασσα. Στη μέση του πουθενά. Δραματικοί βράχοι ξεπροβάλλουν μέσα από το νερό και μας θυμίζουν το Halong Bay στο Βιετνάμ. Λευκή άμμος παντού – φτάνουμε την ώρα της άμπωτης. Τα παιδιά ξεχύνονται στην παραλία και μαζεύουν κοχύλια. Δεν έχουν ξαναδεί ποτέ τόσο πολλά ούτε τόσο μεγάλα. Οι ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου είναι ένα ζευγάρι Αγγλων από τη Ζιμπάμπουε. «Εκανα 800 χλμ. με τα πόδια για να βρω αυτό που ήθελα. Επί έναν χρόνο έψαχνα όλες τις παραλίες», εξηγεί ο Στιβ. «Παιδιά, μην πάρετε μαζί σας τα κοχύλια, αφήστε τα στο φυσικό τους περιβάλλον», λέει η Κάθι. «Πολλά ζώα ψάχνουν ένα σπίτι στη θάλασσα. Ας μην τους το στερήσουμε».

Είμαστε ξαπλωμένοι στις αιώρες και στους καναπέδες όταν βλέπουμε τον Στιβ να κουβαλά στην παραλία, μαζί με δύο παιδιά που δουλεύουν μαζί του από το χωριό, ένα ψάρι πάνω από 20 κιλά. Το ψάρεψε μόλις πριν από λίγο. «Είναι το βραδινό μας, ελπίζω να πεινάτε», λέει. «Θέλετε να έρθετε μαζί μου για ψάρεμα αύριο;»

Το ξενοδοχείο το έφτιαξε ο Στιβ με τα χέρια του μαζί με τους ανθρώπους από το χωριό. Τα πάντα είναι όμορφα, πάρα πολύ απλά και σε κάποιες περιπτώσεις λίγο αφημένα. Είμαστε τόσο συνεπαρμένοι από τη φύση, τη θάλασσα, την παραλία και τη ζούγκλα, που δεν μας πειράζουν οι ατέλειες των εγκαταστάσεων ή η έλλειψη γλυκού νερού. Με το ξύλινο σκαρί dhow, ένα είδος ιστιοπλοϊκού, βάζουμε πλώρη για ένα νησάκι που λόγω της παλίρροιας κάνει την εμφάνισή του μόνο για 4 ώρες την ημέρα. Μετά, το κρύβει στα σπλάχνα της η θάλασσα. 

ΖΑΝΖΙΒΑΡΗ, ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΜΠΑΧΑΡΙΚΩΝ

Επιβιβαζόμαστε και πάλι σε μικρό αεροπλανάκι. Για άλλη μία φορά κάποιος από την παρέα κάθεται δίπλα στον πιλότο. Προορισμός μας η Ζανζιβάρη, η ημιαυτόνομη νησιωτική περιοχή της Τανζανίας. Η θέα από ψηλά θυμίζει τις ατόλες των Μαλδίβων. Το πυκνοκατοικημένο ιστορικό κέντρο, η Stone Town, αποτελεί μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Αν ξεχωρίζω κάτι ακόμα, αυτό είναι οι εντυπωσιακές αγορές, όπου πωλούνται κρέατα, ψάρια, πουλερικά, φρούτα και μπαχαρικά. Εδώ μαθαίνουμε, μεταξύ πολλών άλλων, ότι υπάρχουν 17 είδη μπανάνας! Μας απογοητεύει όμως η εγκατάλειψη των ωραίων αραβικών κτιρίων από την εποχή της κυριαρχίας του Σουλτανάτου του Ομάν, αλλά και όλων των ιστορικών μνημείων. Η Ζανζιβάρη είναι το νησί των μπαχαρικών, συνεπώς προνοήστε οπωσδήποτε για μια ξενάγηση στις φυτείες, όπου θα μυρίσετε, θα δοκιμάσετε και θα αγοράσετε υπέροχα μπαχαρικά στον τόπο παραγωγής τους. 

Τις τελευταίες μέρες μας στο νησί μοιράζουμε τον χρόνο μας ανάμεσα σε snorkeling, μπάνια και ξεκούραση στην παραλία Paje, στα νοτιοανατολικά. Οι αμμουδιές της Ζανζιβάρης είναι από τις ωραιότερες που έχουμε δει. Λευκή πούδρα, πράσινα νερά και πολύχρωμα ψάρια...

Μετάβαση

H Aθήνα δεν συνδέεται με απευθείας πτήσεις με τα αεροδρόμια της Τανζανίας. Θα χρειαστεί να ταξιδέψετε μέσω ενδιάμεσου σταθμού. Το πλησιέστερο στην περιοχή που επισκεφτήκαμε αεροδρόμιο είναι το Kilimanjaro International Airport. Σε αναζήτηση που κάναμε στις 12/10/16 για το διάστημα 19/11/16 έως 8/12/16 στο airtickets.gr, η τιμή εισιτηρίου ξεκινούσε από 733 ευρώ (με Turkish Airlines μέσω Κωνσταντινούπολης). 

Διαμονή

Eco Science & Luxury Lodge (Εθνικό Πάρκο Tarangire, www.ecoscience.co.tz). Με αρχιτεκτονική εμπνευσμένη από τις παραδοσιακές καλύβες των Μαασάι, διαθέτει 6 ευρύχωρα σπιτάκια των 60 τ.μ. με ιδιωτική «αυλή». Aπό 700 ευρώ η πολυτελής καλύβα των 3 ατόμων.

Rhotia Valley (Ngorongoro, www.rhotiavalley.com). Το υπέροχο ξενοδοχείο με τις 15 ανεξάρτητες καλύβες, απλό και ενταγμένο στο τοπίο, συνδυάζει τα αφρικανικά στοιχεία με την υψηλή δυτική αισθητική. Η λειτουργία του χρηματοδοτεί το ορφανοτροφείο του απέναντι λόφου. Από 150 ευρώ το άτομο με ημιδιατροφή, από 160 ευρώ το άτομο με πλήρη διατροφή. 

Μashariki Palace Hotel (Stone Town, Ζανζιβάρη, www.masharikipalacehotel.com). Το παλάτι που δημιούργησε πριν από 200 χρόνια ο πρώτος σουλτάνος της Ζανζιβάρης ανακαινίστηκε με σεβασμό στην ιστορία του, προσφέροντας υψηλού επιπέδου διαμονή στην πρωτεύουσα της Ζανζιβάρης. Το φαγητό και η θέα από το εστιατόριο ήταν πέρα από κάθε προσδοκία. Από 170 ευρώ το δίκλινο με πρωινό (μέσω booking.com). 

Fish Eagle Point (Tάνγκα, www.fisheaglepoint.com). To μοναδικό resort σε 500 χλμ. ακτογραμμής. Λευκή άμμος παντού και νερά ιδανικά για snorkeling. Από 63 ευρώ  το άτομο all inclusive. 

White Sand Villas (Paje Beach, Ζανζιβάρη, www.whitesandvillas.com). Ιδανικό για χαλάρωση, είναι ένα από τα δέκα καλύτερα νέα ξενοδοχεία της υφηλίου που συμπεριλήφθηκαν στη λίστα των Tablet Ηotels. Από 626 ευρώ η βίλα 2 ατόμων με πρωινό. 

Για κρατήσεις που αφορούν τη διαμονή σας επισκεφθείτε τo: www.booking.com

Φαγητό

Στα σαφάρι και στην Tanga όλα τα φαγητά περιλαμβάνονται στη διαμονή σας. Για το μεσημεριανό, ο οδηγός σας θα έχει μαζί του lunch boxes (φαγητό σε ειδικά χάρτινα κουτιά, καθώς πουθενά δεν είδαμε πλαστικές σακούλες), ενώ το δείπνο θα σας σερβιριστεί επιστρέφοντας στο κατάλυμά σας.

Στη Ζανζιβάρη μη χάσετε το Rock Restaurant (www.therockrestaurantzanzibar.com). Xτισμένο πάνω σε βράχο που περιβάλλεται από θάλασσα, έχει συμπεριληφθεί από το Conde Nast Traveller στη λίστα με τις 10 καλύτερες τοποθεσίες εστιατορίου στον κόσμο. Aξίζουν επίσης η γαστρονομική εμπειρία αλλά και η μοναδική θέα που προσφέρει το εστιατόριο του Mashariki Palace Hotel στη Stone Town. Στο Hurumzi Tower Top restaurant (Hurumzi St, τηλ. +255 777 423266) θα απολαύσετε μοναδική ατμόσφαιρα και Σουαχίλι γευσιγνωσία γύρω από τα χαμηλά τραπέζια με τις μαξιλάρες και με την πανοραμική θέα στην πόλη. Εδώ θα ακούσετε και ζωντανή μουσική taarab (την εξαιρετική λαϊκή μουσική της Ζανζιβάρης με επιρροές από Αφρική, Αραβικές χώρες και Ινδία, που σε αρκετά σημεία μάς θύμισε την ελληνική λαϊκή μουσική).

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ