ΒΙΒΛΙΟ

Αντρέι Βάιντα

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Ε​​ψαχνα με αδημονία τον Αντρέι Βάιντα, νύχτα με τρένο, αρχές Δεκεμβρίου, κάπου ανάμεσα στην Κρακοβία και τη Βαρσοβία. Μόλις είχε κυκλοφορήσει το «Κατίν», το 2008, και ήμουν κοντά στο να του πάρω συνέντευξη για την ταινία, την οποία είδα στο λάπτοπ (το DVD είχε φτάσει στα χέρια μου έγκαιρα χάρη στην πρεσβεία της Πολωνίας στην Αθήνα), μέσα στο τρένο. Μαύρη πολωνική νύχτα έξω, και κρύο, και εγώ είμαι ήδη επιβαρυμένος από τη φρέσκια ανάμνηση της επίσκεψης στο Αουσβιτς την προηγουμένη, κι ωστόσο κρατώ σημειώσεις για να είμαι έτοιμος όταν θα τον συναντήσω. Ανοίγω σήμερα εκείνο το τετράδιο και ξαναδιαβάζω την πρώτη πρώτη σημείωση: «Στο Κατίν ήταν και ο πατέρας του Βάιντα· ένας μεταξύ των 22.000 Πολωνών στρατιωτικών και διανοουμένων που εκτέλεσε ο Στάλιν στο δάσος του Κατίν το 1940». Η συνέπεια της κατοχής της ανατολικής πλευράς της χώρας από τους Σοβιετικούς–συμμάχους ακόμη τότε των ναζί, οι οποίοι την είχαν καταλάβει από τα δυτικά. Μαρτυρική Πολωνία.

Δεν κατάφερα να συναντήσω ποτέ τον Βάιντα· δεν θα ήταν στη Βαρσοβία εκείνες τις ημέρες τελικώς. Πέρασα όμως δύο ώρες στο γραφείο του Βόιτσιεχ Γιαρουζέλσκι, του τελευταίου κομμουνιστή ηγέτη της Πολωνίας, για τις ανάγκες μιας άλλης συνέντευξης.

Ο κύριος Γκρι πολύ με μίσησε τότε από την Αθήνα. Δυσκολευόταν να πιστέψει πως ο στρατηγός με τα μαύρα γυαλιά –αυτόν που θυμόμασταν πιτσιρίκια σαν «κόκκινο Ες Ες» όταν τον βλέπαμε στην τηλεόραση το 1981, τότε που επέβαλε τον στρατιωτικό νόμο στην Πολωνία– μου απήγγειλε ολόκληρα ποιήματα από μνήμης. Ο στρατηγός είχε σπουδάσει φιλολογία και χαιρετούσε τις κυρίες με υπόκλιση και χειροφίλημα.

Θυμάμαι ότι, καθώς του έπαιρνα τη συνέντευξη, είχα ξαφνικές, δυσάρεστες φλασιές, από το τελευταίο αιματηρό ημίωρο του «Κατίν» (απ’ όπου και η σημερινή φωτογραφία), με τις διαδοχικές εκτελέσεις –ένας πυροβολισμός στον αυχένα– των Πολωνών αξιωματικών, πάνω από τον πρόχειρα σκαμμένο τάφο.

Το «Κατίν» όμως δεν ήταν ο μοναδικός λόγος για τον οποίο ήθελα να συναντήσω τον Βάιντα. Ο άλλος ήταν εκείνη η πραγματικά μεγάλη ταινία του, ο «Δαντών», του 1983, με έναν εκρηκτικό Ζεράρ Ντεπαρντιέ στον ομότιτλο ρόλο – αν και την παράσταση, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον, έκλεψε ο Πολωνός Βόιτσιεχ Πσόζνιαχ, στον ρόλο του Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου. Τα ασύλληπτα ντουέτα τους· οι σωματικές ερμηνείες και των δυονών, ο αισθησιακός, πληθωρικός Ζορζ Δαντών, ο δυσκοίλιος, οργίλος Μαξιμιλιανός, πάνω απ’ όλα ο τρόπος που ο Βάιντα κινηματογραφούσε την Ιστορία πάνω στα πρόσωπα και στα σώματά τους, αποδίδοντας δραστικά αυτό που στο βάθος είναι η Ιστορία: δέρμα και βλέμμα.

Ο «Δαντών», με τις εφιαλτικές σκηνές της γκιλοτίνας υπό τις υποβλητικές κακοφωνίες εγχόρδων, βγήκε το 1983 και όλοι είδαν στον Δαντών τον Λεχ Βαλέσα και στον Ροβεσπιέρο τον Γιαρουζέλσκι. Ξαναβλέπουμε σήμερα την ταινία, παρέα με τον κύριο Γκρι, και είναι αγέραστη, διαχρονική, μακριά από επίκαιρα και ειδήσεις. Συμφωνικό ποίημα πάνω στην επανάσταση και στο αίμα της, πάνω στον τρόμο και στην καταστροφική ηδονή του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ