ΚΟΣΜΟΣ

Βόλτα στο πληγωμένο Παρίσι της κρίσης

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

Σκιτσάροντας στο σιντριβάνι των Μεδίκων, στους Κήπους του Λουξεμβούργου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τι να σου κάνει ο Πύργος του Αϊφελ όταν στέκεσαι στη γέφυρα ανταλλαγής των κατασκόπων και απέναντί σου έχεις, αληθινό, το «Σιδηρούν Παραπέτασμα»; Τι να σου πει η Νοτρ Νταμ όταν μπαίνεις, επί σοσιαλισμού, στο Μουσείο της Περγάμου, για να περπατήσεις κατόπιν στην Ούντερ-ντεν-Λίντεν, να αγοράσεις εκδόσεις του Μπρεχτ και μουσική για πενταροδεκάρες, να σουλατσάρεις στην Αλεξάντερπλατς και, το βράδυ, να είσαι πάλι στη Δύση, για να συναντήσεις ή να ακούσεις τον Μπόουι ή τον Ριντ; Ετσι σκεφτόμασταν πολλοί τη δεκαετία του ’80, όμως αυτά ανήκουν σε κάποιο μακρινό παρελθόν. Το Βερολίνο αποκαθηλώθηκε πολλαπλώς. Και το Παρίσι; Ο Ντίσνεϊ κυκλοφόρησε το 1996 τη δική του παραλλαγή της «Παναγίας των Παρισίων», ζωντανεύοντας τους δαίμονες και τις χίμαιρες του Καθεδρικού για εκατομμύρια παιδιά σε όλο τον κόσμο, διαπλάθοντας, συνάμα, μια νέα αγάπη για το σύμβολο· ο Γούντι Αλεν δόθηκε, με τη σειρά του, απλόχερα στο Παρίσι με το «Midnight in Paris» (2011), εκλαϊκεύοντας με αμερικανική ευφυΐα τις πρωτοποριακές ποιότητες της δεκαετίας του ’20· πρόσφατα, στις οθόνες μας, το Παρίσι έγινε μέρος του παγκόσμιου ρεπορτάζ, καθώς χτυπήθηκε, αιματοκυλίστηκε, αποσταθεροποιήθηκε· φτώχυνε και φοβήθηκε· έγινε ελαφρώς φθηνότερο και πολύ φιλικότερο για τον τουρίστα· καταδέχεται, πλέον, να μιλήσει αγγλικά.

Πρώτος σταθμός της αυτοσχέδιας επίσκεψης, ο Κήπος του Λουξεμβούργου. Το βλέμμα αγκυλώνεται στις καρέκλες. Αφημένες παντού, κινητές, όχι σταθεροποιημένες στο έδαφος, μεταλλικές, πολυκαιρισμένες, κομψές, με εκείνη την πολύ πλαγιαστή ράχη που σημαίνει όχι απλώς «καθίστε» αλλά «χαλαρώστε» και «απολαύστε». Τις ξαναβρίσκουμε, αργότερα, ως ξύλινα ανάκλιντρα αυτή τη φορά, στον φθινοπωρινό κήπο του συγκλονιστικού Μουσείου Ροντέν. Μήπως αυτή η αβίαστη, καθόλου πολυτελής χειρονομία, δεν είναι η πεμπτουσία κάθε δημόσιας πολιτικής για τον πολιτισμό; Πράγματι, γύρω μας, τουρίστες και ντόπιοι, κάθονται, διαβάζουν, ζωγραφίζουν, συζητούν. Προχωράμε στο Καρτιέ Λατέν – «δική μου», ακόμη, επικράτεια, όπου μπορώ να ξεναγήσω τα παιδιά που συνοδεύω, φλυαρώντας για το πανεπιστήμιο και τον Μάη του ’68, κερνώντας κρέπες, απαγγέλλοντας τις πολυάριθμες εντοιχισμένες ταμπέλες: «εδώ έζησε ο/η…». Οταν όμως αφήνουμε πίσω μας το Καρτιέ που, τουριστικοποιημένο πλέον ιδίως γύρω από την Κοντρεσκάρπ και τη Μουφτάρ, τους άρεσε πολύ και φτάνουμε στον Σηκουάνα, με γενική κατεύθυνση το Λούβρο, δεν έχει κανένα νόημα να επιμείνω. Τα παιδιά βρίσκονται πια σε οικείο, δικό τους έδαφος. Φεύγουν μπροστά και ακολουθώ.

Δεύτερος σταθμός η ουρά έξω από τη Νοτρ Νταμ, που κινείται με μεγάλη ταχύτητα, αν λογαριάσεις ότι, όπως σε όλα τα αξιοθέατα του Παρισιού, περνάς πλέον από έλεγχο αποσκευών σε μηχάνημα, ανοίγεις τσάντες, σηκώνεις τα χέρια ψηλά για σύντομο ψάξιμο. Ακούγεται υπερβολικό αλλά ισχύει: οι Παριζιάνοι κατάφεραν να ενσωματώσουν αυτή τη δυσάρεστη διαδικασία σε έναν ρυθμό ελαφρότητας, γρηγοράδας, ευγένειας. Το διεκπεραιώνουν «κοιτάζοντας» (μεταφορικά) «αλλού». Ας γίνει λοιπόν γρήγορα και χωρίς τριβές, αφού πρέπει... Η είσοδος στον Καθεδρικό είναι δωρεάν, ο τυχερός επισκέπτης απολαμβάνει, επιπλέον, την πρόβα μιας ορχήστρας ή και την ίδια τη λειτουργία, το εκκλησιαστικό όργανο. Ομως, τα παιδιά εννοούν να ανέβουν ψηλά: πρέπει να δουν ό,τι γνωρίζουν από τον Ντίσνεϊ, ιδίως τα «γκάργκοϊλς», τις διάσημες υδρορροές-δαίμονες που στην ταινία ζωντανεύουν με χιούμορ, τις χίμαιρες, τα τόξα, την απότομη σκεπή, όλο αυτό που ο Ουγκώ απαθανάτισε στο ομώνυμο έργο αποκαλώντας το «απέραντη πέτρινη συμφωνία». Στα αυτιά τους ηχούν τα τραγούδια της ταινίας – πρώτο και καλύτερο το «God help the outcasts», με τη φωνή της Μπέτι Μίντλερ. Η αναμονή για τα 442 σκαλοπάτια είναι 45 λεπτά και τη μοιραζόμαστε με Κινέζους, Αμερικανούς, Γερμανούς, Γιαπωνέζους –όλοι τους κάτω των 45– πιθανότατα μεγαλωμένοι με την ίδια ποπ υπόκρουση. Η ανάβαση, ιδίως το τελευταίο κομμάτι, στους πύργους δεν είναι εύκολη υπόθεση, όμως η θέα του ναού, του ποταμού και της πόλης αποζημιώνει.

Τρίτος σταθμός τα Μουσεία (δωρεάν για τους κάτω των 18). Ολα κυλούν πλέον σαν μέσα σε όνειρο. Το Λούβρο, η βόλτα στο πολύβουο Μαρέ, το Μουσείο Ροντέν, ο Πικάσο, το Ορσέ, οι ακροβάτες κι οι ζογκλέρ στις γέφυρες του Ιλ-Σεν-Λουί, τα μοναδικά σορμπέ του Μπερτιγιόν. Ναι, τα παιδιά γνωρίζουν καλά ΚΑΙ το Ορσέ: χάρη στο βιβλίο «Η εφεύρεση του Ουγκό Καμπρέ» (Μπράιν Σέλζνικ, Πατάκης, 2012), ενός ακόμη Αμερικανού ερωτευμένου με το Παρίσι και χάρη στην ταινία του Σκορσέζε «Χιούγκο» (2011) που ακολούθησε, στέκονται εντυπωσιασμένα (αλλά και με την ευτυχία του εισερχόμενου στην προϋπάρχουσα ονειρική του προσδοκία) πίσω από το τεράστιο διάφανο ρολόι του παλιού σταθμού, που καδράρει εντυπωσιακά τη Μονμάρτη και τη Σακρ-Κερ ψηλά, στο βάθος.

Στο Λούβρο απολαμβάνουμε κάμποση ώρα από πολύ κοντά τη Μόνα Λίζα και τη Νίκη της Σαμοθράκης, σε πείσμα των απαισιόδοξων προβλέψεών μας, βασισμένων σε κείνη την παμπάλαιη εμπειρία της δεκαετίας του ’80. Στο πληγωμένο Παρίσι του σήμερα οι τουρίστες έχουν αραιώσει πολύ και τα διάσημα έργα τέχνης έχουν ανακτήσει κάτι από τη χαμένη αύρα τους. Αυτό δεν εμποδίζει, πάντως, τους λιγότερους μεν αλλά πάντοτε ευτυχισμένους Αμερικανούς και, πλέον, τους Κινέζους και τους Γιαπωνέζους, να μεταγγίζουν την αφελή αγάπη και τα χρήματά τους σε κάθε γωνιά της Πόλης του Φωτός.

«Αν δεν πάμε στον Πύργο του Αϊφελ, δεν φεύγουμε από το Παρίσι» – τα παιδιά είναι αποφασισμένα να περπατήσουν κι άλλο κι άλλο, αλλά να μην αφήσουν κανένα στερεοτυπικό αξιοθέατο παραπονεμένο. Μήπως αυτό δεν είναι το πρώτο που θα τα ρωτήσουν οι φίλοι τους στην επιστροφή; «Πήγατε στον Πύργο του Αϊφελ»; Τα μέτρα ασφαλείας είναι κι εκεί εντυπωσιακά. Η βάση του Πύργου περιβάλλεται από κιγκλίδωμα, μηχανήματα, ενώ ένοπλοι στρατιώτες περιπολούν στα πάρκα ολόγυρα. Κι όμως, η ατμόσφαιρα είναι πανηγυριώτικη: ο κόσμος κάτω από τον Πύργο πίνει, τραγουδά, κάθεται στο χορτάρι, φλερτάρει, φιλιέται. Το Παρίσι έχει κερδίσει αυτή τη μάχη. Ο Πύργος, φωτισμένος, κοιταγμένος κάτω από τα διάφανα σπλάγχνα του, κόβει την αναπνοή με την καρτουνίστικη ομορφιά του. Θυμίζουμε: ο Αϊφελ δεν ήταν ο σχεδιαστής του αλλά ο επιχειρηματίας-μηχανικός που τον υλοποίησε, ο ίδιος που έφτιαξε τον εσωτερικό μεταλλικό σκελετό για το νεοϋορκέζικο Αγαλμα της Ελευθερίας –που με τη σειρά του υπήρξε δώρο των Γάλλων προς τους Αμερικανούς– μια αγάπη χωρίς τέλος ανάμεσα στα δύο έθνη και στις δύο πόλεις.

Παρά την παρισινή κρίση, τα εισιτήρια για την κορυφή του Αϊφελ ήταν προπωλημένα έως και το τέλος Οκτωβρίου, ενώ για τον χαμηλότερο όροφο υπήρχαν απέραντες αναμονές. Τετράωρη αναμονή στην ουρά προβλέπεται, επίσης, για όποιον δεν προνόησε να αγοράσει διαδικτυακά εισιτήρια για την έκθεση του καρτουνίστα Ερζέ (Τεντέν) στο Γκραν Παλέ.

Οταν, πάντως, ρωτώ κατόπιν τα παιδιά για τα τρία «πιο αγαπημένα» τους, από όσα είδαν στο Παρίσι, δεν κερδίζουν ούτε ο Αϊφελ ούτε η Νοτρ Νταμ! Κερδίζουν οι μπάντες με τους (λευκούς) τζαζίστες στα πεζοδρόμια, οι μουσικοί με τα αυτοσχέδια όργανα και οι ζογκλέρ στις γέφυρες και, οπωσδήποτε, ο ηλικιωμένος Αμερικανός που πετάχτηκε όρθιος, ξαφνικά, καθώς τον πλημμύρισε ο καημός και άρχισε να χορεύει ένα αδέξιο φλαμένκο κάτω από τη γέφυρα. Τον κιθαρίστα δεν τον βλέπαμε, τον έκρυβε το τόξο, αλλά ο ήχος ήταν παντού.

Οι Παριζιάνοι είναι πάντα ο εαυτός τους...

Οι Παριζιάνοι τα καταφέρνουν να είναι διαχρονικά ο εαυτός τους: σε κεντρική λεωφόρο μιας πανάκριβης περιοχής, ανάμεσα στους οίκους μόδας, τις γκαλερί αλλά και τις λαχταριστές προθήκες των μικρών σχεδιαστών, διακόπτει αναπάντεχα το βήμα μας ένας κουβάς με σαπουνάδα που χύνεται στο πεζοδρόμιο από μια θυρωρό – για καλό, οπωσδήποτε, σκοπό!

Στο Βερολίνο, μια τέτοια σκηνή, θα προκαλούσε κρίσεις άγχους και πολλά τηλεφωνήματα στην αστυνομία.

Εδώ επιβεβαιώνει απλώς ότι όλα είναι στη θέση τους: οι ποδηλάτες με την τραγιάσκα και την μπαγκέτα υπό μάλης, τα μπερεδάκια των κοριτσιών, οι καλόγουστες σκληροπυρηνικές ηλικιωμένες, οι εστέτ με τις στολές τους, οι «ράντικαλ» κάθε είδους και φυλής, οι πάντοτε ξεφλουδισμένοι τοίχοι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ