ΒΙΒΛΙΟ

Τέλειος γάμος ή μήπως τέλειο ψέμα;

Ο Τζακ και η Γκρέις είναι ένα ζευγάρι που πολλοί θα ζήλευαν. Εχουν επίσης μιαν ιδιαιτερότητα: δεν θα πετύχεις ποτέ τον ένα χωρίς τον άλλο. Είναι όμως έτσι στη ζωή τους;

Ο Τζακ και η Γκρέις είναι ένα ζευγάρι που πολλοί θα ζήλευαν. Εκείνος είναι όμορφος και πλούσιος, εκείνη χαριτωμένη και γοητευτική. Εχουν επίσης μιαν ιδιαιτερότητα: δεν θα πετύχεις ποτέ τον ένα χωρίς τον άλλο.

Μια τόσο αρμονική σχέση δεν αφήνει κανένα περιθώριο για ρωγμές. Βάσει και των εφησυχαστικών στερεοτύπων, ο γάμος τους είναι ο τέλος γάμος, η αγάπη τους, αυτό που πολλοί άνθρωποι έχουν ονειρευτεί.

Αλλά, βέβαια, σχεδόν τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται προς τα έξω. Για την ακρίβεια, όσοι συγχρωτίζονται με το ζευγάρι, αρχίζουν σιγά σιγά να παρατηρούν ορισμένα στοιχεία που προκαλούν ανησυχία.

Το ψυχολογικό θρίλερ με αυτόν ακριβώς τον τίτλο, «Πίσω από κλειστές πόρτες», αποτελεί το ντεμπούτο της Β. Α. Paris και ήδη χαλάει κόσμο στη Μεγάλη Βρετανία (750.000 αντίτυπα σε πέντε μήνες) και στις ΗΠΑ.

Στη χώρα μας αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 21 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Bell, σε μετάφραση της Βεατρίκης Κάντζολα Σαμπατάκου.

Η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το διεθνές μπεστ σέλερ.

...«Καθώς μοιράζω το μείγμα με κουτάλι σε ατομικά πιάτα, συμβουλεύομαι νευρικά το ρολόι κι έπειτα βάζω τα πιάτα σε μπεν μαρί και το τοποθετώ στον φούρνο, προσέχοντας ακριβώς την ώρα. Προς στιγμήν πανικοβάλλομαι ότι μπορεί να μην καταφέρω να τα ετοιμάσω όλα μαζί, αλλά μετά θυμίζω στον εαυτό μου ότι ο φόβος είναι εχθρός μου και, προσπαθώντας να παραμείνω ήρεμη, επιστρέφω στο σαλόνι με τον δίσκο με τα καναπεδάκια. Περνώ τον δίσκο τριγύρω και δέχομαι τα κομπλιμέντα όλων με ευγνωμοσύνη, επειδή σίγουρα θα τα άκουσε και ο Τζακ. Και έτσι είναι. Με ένα φιλί στην κορυφή του κεφαλιού μου, συμφωνεί με την Νταϊάν ότι είμαι πράγματι εκπληκτική μαγείρισσα και αφήνω έναν σιωπηλό στεναγμό ανακούφισης.

Αποφασισμένη να σημειώσω κάποια πρόοδο με την Εστερ, κάθομαι δίπλα της. Ο Τζακ παρατηρεί την κίνησή μου και σπεύδει να με απαλλάξει από τα καναπεδάκια.

“Σου αξίζει λίγη ξεκούραση, αγάπη μου, μετά την τόσο σκληρή δουλειά που έκανες σήμερα”, λέει ισορροπώντας τον δίσκο στα μακριά, κομψά δάχτυλά του.

“Δεν ήταν και τίποτα δύσκολο”, διαμαρτύρομαι. Είναι ψέμα και ο Τζακ το ξέρει, επειδή εκείνος επέλεξε το μενού.

Αρχίζω να κάνω στην Εστερ όλες τις κατάλληλες ερωτήσεις: αν βολεύτηκε στο νέο σπίτι, αν λυπήθηκε που έφυγε από το Κεντ, αν τα δύο της παιδιά συνήθισαν το καινούργιο σχολείο τους. Για κάποιο λόγο, το γεγονός ότι είμαι τόσο καλά ενημερωμένη δείχνει να την ενοχλεί, γι’ αυτό φροντίζω να ρωτήσω πώς λένε τα παιδιά της, αν και ξέρω ότι τα ονόματά τους είναι Σεμπάστιαν και Ασλινγκ. Ξέρω ακόμα και πόσων ετών είναι –εφτά και πέντε αντίστοιχα– αλλά προσποιούμαι ότι δεν το ξέρω. Εχοντας επίγνωση ότι ο Τζακ ακούει την κάθε μου κουβέντα, ξέρω ότι θα αναρωτιέται τι παιχνίδι παίζω.

“Εσείς δεν έχετε παιδιά, έτσι;” λέει η Εστερ και ηχεί περισσότερο σαν δήλωση παρά σαν ερώτηση.

“Οχι, όχι ακόμα. Σκεφτήκαμε να χαρούμε ένα-δυο χρόνια σαν ζευγάρι πρώτα”.

“Αλήθεια; Πόσο καιρό είστε παντρεμένοι;” Η φωνή της μαρτυρά έκπληξη.

“Ενα χρόνο”, παραδέχομαι.

“Είχαν επέτειο την περασμένη εβδομάδα”, πετάγεται η Νταϊάν.

“Και δεν είμαι ακόμα έτοιμος να μοιραστώ την όμορφη σύζυγό μου με κανέναν άλλον”, λέει ο Τζακ ξαναγεμίζοντας το ποτήρι της.

Την προσοχή μου αποσπά για μια στιγμή μια μικρή σταγόνα σαμπάνιας που του ξεφεύγει από το ποτήρι και καταλήγει στο γόνατο του άψογου καμπαρντινέ παντελονιού του.

“Ελπίζω να μη βρίσκετε αδιάκριτη την ερώτησή μου”, αρχίζει η Εστερ, υποκύπτοντας στην περιέργειά της, “αλλά είχε ξαναπαντρευτεί στο παρελθόν κανείς από τους δυο σας;”

Ακούγεται σαν να θέλει να πάρει καταφατική απάντηση, ελπίζοντας ίσως ότι η ύπαρξη ενός ή δύο δυσαρεστημένων πρώην συζύγων στο παρελθόν μας θα τσαλάκωνε λίγο την εκνευριστικά τέλεια εικόνα μας.

“Οχι, κανένας μας δεν ήταν ξαναπαντρεμένος”, απαντώ.

Η Εστερ ρίχνει μια κλεφτή ματιά στον Τζακ και ξέρω ότι αναρωτιέται πώς κάποιος τόσο εμφανίσιμος κατάφερε να μείνει αδέσμευτος για τόσον καιρό. Εκείνος νιώθει το βλέμμα της επάνω του και χαμογελάει καλοκάγαθα.

“Πρέπει να παραδεχτώ ότι στα σαράντα μου είχα αρχίσει να απελπίζομαι ότι θα έβρισκα την ιδανική γυναίκα. Ομως αμέσως μόλις αντίκρισα την Γκρέις, ήξερα ότι ήταν εκείνη που περίμενα”.

“Τι ρομαντικό!” λέει αναστενάζοντας η Νταϊάν, που ήδη γνωρίζει την ιστορία της γνωριμίας μας. “Είχα προσπαθήσει να προξενέψω στον Τζακ τόσες γυναίκες, που είχα χάσει τον λογαριασμό, αλλά καμία δεν του έκανε, ώσπου γνώρισε την Γκρέις”.

“Ετσι έγινε και μ’ εσένα, Γκρέις;” με ρωτάει η Εστερ. “Ηταν κεραυνοβόλος έρωτας;”

“Ναι”, αποκρίνομαι φέρνοντας εκείνη την εποχή στο μυαλό μου. “Κεραυνοβόλος έρωτας”.

Συγκλονισμένη από την ανάμνηση, σηκώνομαι κάπως απότομα και το κεφάλι του Τζακ στρέφεται αμέσως προς το μέρος μου. “Τα σουφλέ”, εξηγώ ήρεμα. “Πρέπει να είναι έτοιμα. Είστε όλοι έτοιμοι να καθίσουμε στο τραπέζι;”

Με την παρότρυνση της Νταϊάν, που τους λέει ότι τα σουφλέ δεν μπορούν να περιμένουν και πρέπει να τρώγονται ζεστά, αδειάζουν τα ποτήρια τους και κατευθύνονται προς το τραπέζι. Η Εστερ, ωστόσο, σταματάει για λίγο για να εξετάσει από κοντά τις Πυγολαμπίδες και, όταν ο Τζακ πηγαίνει και στέκεται δίπλα της αντί να την πιέσει να καθίσει, αφήνω έναν αναστεναγμό ανακούφισης που τα σουφλέ δεν είναι ακόμα έτοιμα. Αν ήταν, θα κόντευα να βάλω τα κλάματα από το άγχος αυτής της καθυστέρησης, ιδίως καθώς αρχίζει να της εξηγεί κάποιες από τις διαφορετικές τεχνικές που χρησιμοποίησα για να δημιουργήσω αυτό τον πίνακα.

Οταν κάθονται τελικά, πέντε λεπτά αργότερα, τα σουφλέ έχουν γίνει και είναι τέλεια. Η Νταϊάν εκφράζει τον θαυμασμό της και ο Τζακ μου χαμογελάει από την άλλη άκρη του τραπεζιού, λέγοντας σε όλους ότι είμαι πραγματικά πολύ έξυπνη...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ