ΒΙΒΛΙΟ

Νομπέλ Λογοτεχνίας στον Μπομπ Ντίλαν

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

O νεαρός μουσικός ο οποίος, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο και «οικειοποιήθηκε» το όνομα ενός από τους αγαπημένους του ποιητές, σίγουρα δεν υποψιαζόταν πως μια μέρα θα γινόταν αποδέκτης του Νομπέλ Λογοτεχνίας, κανένας όμως δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Μπομπ Ντίλαν για έλλειψη φιλοδοξιών.

Και αν η Σουηδική Ακαδημία υπέκυψε στη γοητεία του αντισυμβατικού «ποιητή», που αντί να απαγγέλλει τους στίχους του σε φιλολογικά σαλόνια προτιμούσε να τους τραγουδάει μπροστά σε χιλιάδες εκστασιασμένους θεατές, ποιος μπορεί στ’ αλήθεια να την κατηγορήσει ότι δεν έκανε καλά τη δουλειά της; «The times they are changing» («Οι καιροί αλλάζουν»), αστειεύτηκε η γραμματέας της Ακαδημίας, Σάρα Ντάνιους, απαντώντας με ένα στίχο του Ντίλαν, όταν οι δημοσιογράφοι τη ρώτησαν εάν η απόφαση της επιτροπής διευρύνει τα όρια της λογοτεχνίας. Δεν δίστασε, μάλιστα, να τον συγκρίνει με τον Ομηρο και τη Σαπφώ, το έργο των οποίων μεταδιδόταν προφορικά.

Μόλις λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση του φετινού αποδέκτη του βραβείου, το Διαδίκτυο ήδη είχε χωριστεί σε δύο στρατόπεδα, με τους θαυμαστές του Μπομπ Ντίλαν να μην μπορούν να συγκρατήσουν τον ενθουσιασμό τους και τους επικριτές να υποστηρίζουν ότι αδικήθηκαν πολλοί «κανονικοί» συγγραφείς, για να μην αναφέρουμε άλλους ποιητές της μουσικής, όπως ο Λέοναρντ Κοέν. Φαίνεται πάντως ότι οι ευχαριστημένοι ήταν περισσότεροι από τους θιγμένους, ιδιαίτερα έξω από τους κύκλους των βιβλιοκριτικών, των διανοουμένων και των... φανατικών αναγνωστών του Χαρούκι Μουρακάμι και του Ντον Ντελίλο, οι οποίοι θεωρούνταν φαβορί για το Νομπέλ. Αλλωστε, όλοι γνωρίζουν τον Ντίλαν, κάτι που –δυστυχώς– δεν ισχύει με όλους τους προηγούμενους βραβευθέντες. Πάντως τον 75χρονο μουσικό, συνθέτη, σεναριογράφο και εικαστικό έσπευσαν να υποστηρίξουν αρκετές προσωπικότητες από τον χώρο του βιβλίου. Ανάμεσά τους, ο Σαλμάν Ρούσντι, ο οποίος τον χαρακτήρισε «ιδιοφυή συνεχιστή της παράδοσης των τροβαδούρων».

Αν και ο Μπομπ Ντίλαν είναι ο πρώτος ροκ σταρ που βραβεύεται με Νομπέλ Λογοτεχνίας, η περίπτωσή του δεν είναι ακριβώς συνηθισμένη, αφού τα τραγούδια του είναι αντικείμενο θεωρητικών αναλύσεων και διδακτορικών διατριβών, ενώ το 2008 τού απονεμήθηκε τιμητικό Πούλιτζερ. Είναι, επίσης, ο δεύτερος νομπελίστας μετά τον Τζορτζ Μπέρναρ Σο στον οποίο έχει απονεμηθεί και Οσκαρ. Το 2007, αποκαλύφθηκε ότι οι στίχοι του χρησιμοποιούνται από δικηγόρους και δικαστές των αμερικανικών δικαστηρίων πιο συχνά από κάθε άλλου καλλιτέχνη – ιδιαίτερα δημοφιλής είναι η φράση «when you ain’t got nothing, you got nothing to lose» («όταν δεν έχεις τίποτα, δεν έχεις τίποτα να χάσεις»).

Γεννημένος τον Μάιο του 1941 στη Μινεσότα, ο Ρόμπερτ Αλεν Τσίμερμαν άλλαξε το εβραϊκό όνομά του στην αρχή της καριέρας του, αποτίνοντας φόρο τιμής στον ποιητή Ντίλαν Τόμας. «Γεννιέσαι με λάθος όνομα, λάθος γονείς. Αποκαλείς τον εαυτό σου όπως θέλεις να τον αποκαλείς», ήταν η εξήγηση που έδωσε αρκετά χρόνια αργότερα. Σε ηλικία 20 χρόνων, είχε ήδη καταφέρει να κερδίσει τις εντυπώσεις στα κλαμπ του Γκρίνουιτς Βίλατζ, όπου σύχναζε και τραγουδούσε παρέα με δημοφιλείς τραγουδιστές της φολκ.

Από τη δεκαετία του ’60, τα τραγούδια του απέκτησαν σαφώς πολιτικό περιεχόμενο, ο ίδιος όμως ενοχλούνταν από τους περιορισμούς που προσπαθούσαν να του επιβάλουν τόσο το κίνημα διαμαρτυρίας όσο και οι «παλαίμαχοι» της φολκ σκηνής. Παρότι συνεργάστηκε με τους περισσότερους μεγάλους μουσικούς της εποχής του, ποτέ δεν ανήκε πραγματικά σε μία μπάντα, ένα κίνημα ή ένα μουσικό είδος – ίσως επειδή δυσκολευόταν να «στριμωχθεί» σε μια προκαθορισμένη ταυτότητα και προτιμούσε να εφευρίσκει, ξανά και ξανά, τον εαυτό του και τη μουσική του. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει καταφέρει να παραμείνει στο προσκήνιο για περίπου έξι δεκαετίες και συνεχίζει να πειραματίζεται διαρκώς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ