ΒΙΒΛΙΟ

Μικρόκοσμοι με ανηλεή ερωτήματα και βραδυφλεγείς εκρήξεις

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΡΟΒΙΑΣ
Πλατεία Μεσολογγίου
εκδ. Ολκός

Η τέχνη του διηγήματος είναι τέχνη ταπεινή και δύσκολη. Θέλει μεράκι, υπομονή και μαεστρία για να μπορέσεις να κερδίσεις τον αναγνώστη σ’ αυτές τις λογοτεχνικές «κούρσες», σε αντίθεση με τις άλλες, ημιαντοχής και αντοχής (νουβέλα, μυθιστόρημα).

Ο Βαγγέλης Προβιάς διαθέτει αυτές τις αρετές και τις ικανότητες, ήδη από την πρώτη του δουλειά («Τα μαύρα παπούτσια της παρέλασης»), εκεί η Ελλάδα είναι ακόμα «ασπρόμαυρη», εδώ ξεφτίζουν τα έντονα χρώματα μιας (από καιρό) χρεοκοπημένης χώρας. Κι όπως μια ηρωίδα σ’ ένα διήγημά του, κι εκείνος αγαπά πολύ τη γλώσσα του και, κυρίως, τη σέβεται.Δύο πράγματα ξεχωρίζουν εξαρχής στα διηγήματα του Β. Προβιά: η γραφή και οι ήρωες. Λόγος διαυγής και στρωτός, χωρίς επιτηδεύσεις και υπερβολές, ύφος σχεδόν στακάτο. Και ήρωες, κομπάρσοι της ζωής, αλλά πρωταγωνιστές στον λογοτεχνικό μύθο, καθώς ο συγγραφέας σκύβει πάνω τους με αγάπη και τους εμφυσά τη (χαμένη) ζωή που δεν ζήσανε.

Οπως η Νίνα, στο διήγημα «Κόκκινες μπάλες και κίτρινα σφηνάκια», μια σύγχρονη Pωσίδα εμιγκρέ, που χάνεται στη μυρωδιά του χαρτιού από τα Απαντα του Τσέχοφ, καταχωνιασμένα στο ψηλότερο ράφι της βιβλιοθήκης του αφεντικού της. Εκεί μέσα κρύβεται κι ο καημός της «ρούσικης ψυχής» (ακόμα κι αν κανείς δεν μπορεί να την προσδιορίσει με ακρίβεια), η καλλιέργεια της ανάγνωσης, η άγνοια των αντικειμένων «μιας χρήσης», κι εκεί συναντιόνται οι μοίρες των ανθρώπων σ’ ένα χριστουγεννιάτικο πάρτι.

Κάπου εκεί και κάπου ανάμεσα στα διηγήματα πλανιέται και το ερώτημα «πόσο μικρή διάρκεια, πόσο σύντομη και φευγαλέα είναι η ισχυρή, αξιοθαύμαστη ακμή» των ανθρώπων; Οπως στο διήγημα που «βαφτίζει» και τη συλλογή, «Πλατεία Μεσολογγίου», όπου ανάμεσα στις λογοτεχνικές βινιέτες πρωταγωνιστούν η πλατεία κι η πόλη, «απέραντη, ατελείωτη, τεράστια», για να βαθαίνει το χάσμα των γενεών και τη μοναξιά των ανθρώπων που σβήνουν αργά, στην άνοια, στις αναμνήσεις τους, στις εμμονές τους, μέσα στο «αιχμηρό κουκούλι της ανωνυμίας».

Στα διηγήματα ενοικούν μοναξιά και συναισθησία, τρυφερότητα, μα και σκληρότητα, ανθρωπιά και ματαίωση, και μια φράση-κλειδί για τους απόκληρους που ήρθαν μετανάστες, «ήρθε επίσκεψη η Ιστορία στη ζωή μας». Υπάρχει και η αγάπη του συγγραφέα για τη λογοτεχνία και τα βιβλία, τη διασπείρει ανάμεσα στα διηγήματα κι ανάμεσα στις αράδες τους, χωρίς «αυτοαναφορικότητες» και συναφή αφηγηματικά τεχνάσματα.

Ο Βαγγέλης Προβιάς γράφει καλά, με προσοχή στις λεπτομέρειες, λογοτεχνικά, αλλά και κινηματογραφικά, όπως φαίνεται στη «Μέθοδο των τριών». Ξέρει να χτίζει μικρόκοσμους, με ανηλεή ερωτήματα και βραδυφλεγείς εκρήξεις, κερδίζοντας τον αναγνώστη και κυρίως το δύσκολο στοίχημα της διηγηματογραφίας, ανανεώνοντας γόνιμα ένα δύσκολο είδος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ