ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Εργαλεία που δεν δουλεύουν

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΕΛΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η παγκόσμια (και κατ’ επέκταση η ευρωπαϊκή και η ελληνική) οικονομία είναι γνωστά. Τα πολλά χρόνια εξάρτησης από την επεκτατική νομισματική πολιτική είχαν ως μοναδικό σχεδόν αποτέλεσμα την ύφεση και την ανεργία. Η λεγόμενη διαρθρωτική παρέμβαση είχε ελάχιστα έως μηδενικά αποτελέσματα, αφού μόνο η αγορά εργασίας έχει «ρυθμιστεί», με τα γνωστά αρνητικά αποτελέσματα της υψηλής ανεργίας και της μείωσης των μισθών σε πολλές χώρες. Η ανταγωνιστικότητα δεν έχει βελτιωθεί, ενώ παραδοσιακοί τομείς «κυκλικής» ύφεσης (π.χ. ναυτιλία) δεν λένε να ανακάμψουν. Η αναμενόμενη αύξηση της κατανάλωσης (λόγω της νομισματικής επέκτασης) δεν έχει προκύψει, αφού οι πολίτες προτιμούν να αποταμιεύουν όπου μπορούν, και σίγουρα όχι στις τράπεζες, για να αντιμετωπίσουν το αβέβαιο μέλλον. Η δημοσιονομική πολιτική έχει περάσει στα αζήτητα, καθώς οι ισχυρές χώρες του πλανήτη έχουν βαθιές εμμονές στη νομισματική σταθερότητα, τη διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά (μηδενικά) επίπεδα και την «αναδιάρθρωση» των αγορών (εννοώντας κυρίως την αγορά εργασίας και, σπανιότερα, την αγορά των προϊόντων).

Αυτός ο φαύλος κύκλος δεν μπορεί να συνεχισθεί γιατί δημιουργεί σοβαρές κοινωνικές στρεβλώσεις, τιμωρεί χώρες με συγκριτικά μειονεκτήματα (π.χ. υψηλό δημόσιο χρέος) και επιβραβεύει άλλες που εκμεταλλεύονται τις δυσκολίες χωρών με προβλήματα. Φαινόμενα όπως το brain drain (αλλά και το προσφυγικό) είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα στρεβλώσεων.

Δυστυχώς, τόσο ισχυροί εθνικοί (π.χ. κεντρικές τράπεζες) όσο και υπερεθνικοί οργανισμοί δεν φαίνεται να μπορούν ή να θέλουν να αναστρέψουν την ακολουθούμενη «ιδεολογία» της νομισματικής κυριαρχίας έναντι της δημοσιονομικής παρέμβασης, με αποτέλεσμα τη συνέχιση της ύφεσης, τη διατήρηση της ανεργίας σε επίπεδα πολλαπλάσια της «φυσιολογικής», την αύξηση της ανισότητας στη διανομή του εισοδήματος και την ενδυνάμωση της κοινωνικής αναταραχής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε πολιτικό επίπεδο.

Υπάρχει εναλλακτική λύση; Η απάντηση είναι πως υπάρχει, αρκεί να συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις. Το κλειδί είναι η ανάδειξη της δημοσιονομικής πολιτικής ως εργαλείου εξόδου από την ύφεση και με τελικό στόχο μια επαρκή και διατηρήσιμη ανάπτυξη. Το παράδειγμα της χώρας μας είναι χαρακτηριστικό: είμαστε μια χώρα που εξακολουθεί να διατηρεί πλήθος συγκριτικών πλεονεκτημάτων, τα οποία βρίσκονται εν υπνώσει εδώ και μία δεκαετία περίπου. Εχουμε απολέσει το 25% του ΑΕΠ τα επτά τελευταία χρόνια, ποσοστό που αν ανακτηθεί την επόμενη επταετία σημαίνει 3,5-4% ετήσια ανάπτυξη. Μόνο για να φτάσουμε εκεί όπου βρισκόμασταν το 2009!

Για να συμβεί αυτό, όμως, πρέπει να πείσουμε, εμείς και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες που παρουσιάζουν αντίστοιχα φαινόμενα. Να πείσουμε με την εκπόνηση ενός μακροπρόθεσμου σχεδίου ανάπτυξης, με τον επαναπροσδιορισμό των συνιστωσών του ΑΕΠ (πρωτογενής – δευτερογενής – τριτογενής τομέας και τις μεταξύ τους συνέργειες), την ανάδειξη και υποστήριξη των στρατηγικών κλάδων της οικονομίας. Τα εργαλεία μιας τέτοιας αντιμετώπισης συνδέονται περισσότερο με τη δημοσιονομική και όχι τη νομισματική πολιτική. Γι’ αυτό πρέπει να πείσουμε ότι τα πολλά χρόνια της νομισματικής ιδεολογίας όχι μόνο δεν έχουν αποδώσει, αλλά έχουν επιδεινώσει σημαντικά την κατάσταση. Εχοντας εκπονήσει το νέο στρατηγικό υπόδειγμα πρέπει να βρούμε συμμαχίες και να πείσουμε ότι μόνο με μακροπρόθεσμα δημοσιονομικά μέτρα μπορούμε να βγούμε από την κρίση. Μέτρα που θα λαμβάνουν πρόνοια για τη διευθέτηση του χρέους, την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας (και όχι μόνο την αγορά εργασίας) και την κατανομή του εισοδήματος.

Τα δημοσιονομικά μέτρα θα πρέπει να περιλαμβάνουν κυρίως επενδύσεις στις υποδομές που θα υποβοηθήσουν στην ανάδειξη και ανάπτυξη των στρατηγικών κλάδων της οικονομίας. Τέτοιες επενδύσεις θα έχουν ευεργετική επίδραση και στον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος προφανώς θα συμπράξει στην πραγματοποίησή τους. Αναφέρθηκα στις συμμαχίες που απαιτούνται για τη μετατόπιση του μείγματος της παρέμβασης από τη νομισματική στη δημοσιονομική πολιτική. Είναι σαφές ότι η παρέμβαση αυτή, πέραν της οικονομικής λογικής, απαιτεί και πολιτική βούληση, η οποία θα αναγνωρίζει ότι αυτό που έχει σημασία είναι η πραγματική οικονομία. Δύσκολο μεν, απαραίτητο δε.

Ο χρόνος τρέχει...

* Ο κ. Γ. Μιχελής είναι πρόεδρος του Γενικού Συμβουλίου του ΤΧΣ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ