ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ*

Αναθεωρητικός λαϊκισμός

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο ​​τρόπος με τον οποίο η κυβερνητική πλειοψηφία διαχειρίζεται το μείζον θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης παραπέμπει σε δύο στοιχεία τα οποία συνδέονται μεταξύ τους αιτιωδώς: τον πρωτογενή και τον λαϊκό συνταγματισμό.

Ο πρωτογενής συνταγματισμός συνδέεται με τη σκέψη ότι θα πρέπει όχι μόνο να ασκηθεί αναθεωρητική λειτουργία αλλά συντακτική εξουσία. Η διαφορά μεταξύ των δύο έγκειται στο ότι η αναθεωρητική λειτουργία υποτάσσεται σε ουσιαστικούς και διαδικαστικούς κανόνες, άρα λειτουργεί σε ένα δομημένο και στεγανό συνταγματικό πλαίσιο, ενόσω η συντακτική εξουσία δεν υπόκειται σε κανέναν νομικό φραγμό και άρα μπορεί ελευθέρως και πρωτογενώς να θέσει αρχές και κανόνες.

Η ρητορική σήμερα περί συντακτικής συνέλευσης είναι αχρείαστη και επικίνδυνη. Αχρείαστη, διότι το υφιστάμενο πλαίσιο αναθεώρησης δεν εμποδίζει σε κανένα επίπεδο μια ριζική και γενναία αναδιάταξη των θεσμών, η οποία θα αντιμετωπίζει με τρόπο πειστικό τις παθογένειες της μεταπολίτευσης, όπως ιδίως η έλλειψη θεσμικής κανονικότητας, οι πελατειακές δομές του κράτους, η έλλειψη θεσμικών αντιβάρων και η άναρχη ανάμειξη των λειτουργιών του κράτους, η προϊούσα επικράτηση του πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού, η στατική, αδρανής και ελεγχόμενη διοίκηση. Επικίνδυνη, διότι η περιφρόνηση της αυστηρότητας του Συντάγματος μπορεί να κομίζει συγκυριακά οφέλη αλλά ανοίγει τον ασκό της αυθαιρεσίας σε οποιαδήποτε μελλοντική πλειοψηφία, που μπορεί εν δυνάμει να οδηγήσει και στον ολοκληρωτισμό. Είναι δε η πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική ιστορία που σε περίοδο δημοκρατικής ομαλότητας γίνεται συζήτηση να τραπεί αντισυνταγματικά μια αναθεωρητική σε συντακτική συνέλευση.

Το αντίθετο φαινόμενο, για λόγους ιστορικού συμβολισμού και συνέχειας του κράτους, εμφανίστηκε στις συνελεύσεις που οδήγησαν στα Συντάγματα του 1911 και του 1975, οι οποίες, αν και άσκησαν πρωτογενή συντακτική εξουσία, χαρακτηρίστηκαν, με επιμονή των Ελευθερίου Βενιζέλου και Κωνσταντίνου Καραμανλή αντιστοίχως, αναθεωρητικές.

Ο λαϊκός συνταγματισμός συνδέεται με την προσπάθεια να διευρυνθεί η λαϊκή συμμετοχή στην αναθεωρητική διαδικασία. Στο πλαίσιο αυτό διατυπώθηκε με επίσημο τρόπο η διάθεση να τεθεί η κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης σε κάποιας μορφής δημοψήφισμα και συγκροτήθηκε επιτροπή επεξεργασίας προτάσεων από μέλη ευρύτερης επαγγελματικής προέλευσης, από την οποία απουσιάζουν οι νομικοί. Η μεν πρόταση δημοψηφίσματος είναι αντίθετη στο Σύνταγμα διότι τέτοιο δημοψήφισμα δεν προβλέπεται και, σε κάθε περίπτωση, θα συνιστούσε καταστρατήγηση της τυπικής αναθεωρητικής διαδικασίας, η δε λαϊκή επιτροπή αναθεώρησης είναι αντίθετη στη λογική, διότι τα καταξιωμένα μέλη που την απαρτίζουν δεν μπορούν να γνωρίζουν τα όρια της αναθεωρητικής λειτουργίας, ζήτημα ιδιαιτέρως σύνθετο, τεχνικό, νομικό.

Και οι δύο προτάσεις συμπυκνώνουν την παράσταση ότι ο λαός έχει λόγο στην πολιτειακή δομή του κράτους και δεν πρέπει να φοβόμαστε τη λαϊκή κρίση. Η σκέψη είναι όμως παραπλανητική. Ο καθένας μπορεί να έχει άποψη για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να λειτουργεί η πολιτεία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με πρόσχημα αυτή τη συμμετοχή και την εξ αυτής επιδιωκόμενη λαϊκή νομιμοποίηση, η οποία την εποχή της δικτατορίας είχε εκφραστεί με διανεμόμενα μέσω του Τύπου κουπόνια συνταγματικών προτάσεων, μπορούν να καταργούνται τυπικές διαδικασίες. Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία ο λαός ως συλλογικό υποκείμενο συμμετέχει στη διαμόρφωση της κρατικής βούλησης μέσω των εκλογών, αλλά δεν μπορεί να αναλαμβάνει αρμοδιότητες που κατά το Σύνταγμα ανατίθενται σε κρατικά όργανα. Διαφορετικά, θα καταλήγαμε σε μια δημοψηφισματική δημοκρατία η οποία θα υποκαθιστούσε το Σύνταγμα και θα είχε λόγο όχι μόνο για την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, όπως ήδη συνέβη, αλλά και για κάθε δικαίωμα που αναγνωρίζεται ατομικά στους πολίτες.

Μια τέτοια απομείωση της κανονιστικής δύναμης του Συντάγματος, στον βωμό μιας συνταγματικής λαοκρατίας, θα προκαλούσε και φαινόμενα, που δυστυχώς βιώνουμε σήμερα, να συζητείται η ευθεία διά νόμου κατάργηση ρητής διάταξης του Συντάγματος για να παραχθεί συντεχνιακά ή πολιτικά ωφέλιμο αποτέλεσμα.

Είναι θεωρώ κρίσιμο να γίνει κατανοητό ότι ζούμε σε συντεταγμένη πολιτεία και όχι σε ένα καθεστώς συνταγματικού κενού. Δεν ζούμε, ευτυχώς, στην εποχή της συντακτικής συνέλευσης της Φιλαδέλφειας στις ΗΠΑ το 1787 ή της παρισινής κομμούνας του 1871. Αν δεν υπάρξει η κατανόηση αυτή, ο λαϊκός αναθεωρητισμός, που προβάλλεται ως αγαθό, θα εκτραπεί σε αναθεωρητικό λαϊκισμό, με τους αυτονόητους κινδύνους που τότε θα ενσκήψουν για τη δημοκρατία.

*Ο κ. Γιώργος Γεραπετρίτης είναι αναπληρωτής καθηγητής Νομικής Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ