Κώστας Ιορδανίδης ΚΩΣΤΑΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ

Ελληνοτουρκικά επίκαιρα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​εσωτερική αντιπαράθεση έχει προσλάβει διαστάσεις αποκρουστικές και αυτό ήταν αναπότρεπτο μετά την απαξίωση και έκπτωση του πολιτικού συστήματος. Αλλά αρκεί. Ας περιορισθεί η ρητορική αντιπαράθεση εντός της επικράτειας. Ούτως ή άλλως, ουδείς εταίρος της Ελλάδος λαμβάνει σοβαρώς υπ’ όψιν τα εσωτερικώς διαδραματιζόμενα, για όσο διάστημα η κυβέρνηση του κ. Αλέξη Τσίπρα κινείται σε τροχιά συνεργασίας στο πλαίσιο της Ενώσεως και του ΝΑΤΟ, με δεδομένο ότι η Νέα Δημοκρατία δεν είναι σε καμία περίπτωση διατεθειμένη να παρεκκλίνει από τους δύο αυτούς πυλώνες, τους απολύτως προσδιοριστικούς της θέσεως της χώρας στο σύστημα της Δύσεως. Ομως οι σχέσεις με την Τουρκία είναι διαφορετικής ποιότητος και μια εκτράχυνσή τους θα έχει συνέπειες ακραίες.

Ειδικότερα, ο χαρακτηρισμός της Συμφωνίας της Λωζάννης περίπου ως μειοδοτικής για τα συμφέροντα της Αγκυρας, από τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, απευθυνόταν στο εσωτερικό. Τα ελληνικά νησιά που βρίσκονται «σε απόσταση αναπνοής από τις τουρκικές ακτές», όπως υποστήριξε ο κ. Ερντογάν, ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα το 1912, έντεκα χρόνια πριν από τη Λωζάννη, που επέβαλε σε αυτά διατάξεις περιοριστικές της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας.

Κατά συνέπεια, η πρώτη ανακοίνωση που εξέδωσε το υπουργείο Εξωτερικών, σχολιάζοντας τις δηλώσεις του Τούρκου προέδρου, αρκούσε· τα όσα ακολούθησαν ήσαν εκ του περισσού. Ούτως ή άλλως η τουρκική πλευρά παρέσχε τις σχετικές διευκρινίσεις.

Το θέμα της παρουσίας των τουρκικών υποβρυχίων στο Αιγαίο προκάλεσε δικαιολογημένη αίσθηση. Ομως ανάλογη υπήρξε πάντοτε η αντίδραση της Αγκυρας οσάκις διεξάγεται ελληνική στρατιωτική άσκηση. Η αυξημένη υποβρυχιακή δραστηριότητα θα πρέπει να αποδοθεί πρωτίστως στο γεγονός ότι, μετά τις αποστρατείες που ακολούθησαν την απόπειρα του πραξικοπήματος, η δράση της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας περιορίζεται εξ ανάγκης στην τουρκοσυριακή μεθόριο.

Τέλος, η τριμερής συνάντηση στο Κάιρο των ηγετών Ελλάδος, Κύπρου και Αιγύπτου για την αξιοποίηση της ΑΟΖ ήταν αναμενόμενο ότι θα προκαλούσε την αντίδραση της Αγκυρας στον ΟΗΕ, όπου κατέθεσε κατάλογο ισχυρισμών και διεκδικήσεων, όπως συνέβη άλλωστε στο παρελθόν, με τρόπο οξύτερο. Ολα αυτά είναι άκρως ενοχλητικά, αλλά συνήθη δυστυχώς.

Θα ήταν όμως σφάλμα εις την παρούσα φάση, με δεδομένη τη δεινή κατάσταση στο εσωτερικό και την απομόνωση του κ. Ερντογάν από τη Δύση, να θεωρηθεί ότι η Τουρκία έχει οριστικά εισέλθει σε φάση αποσυνθέσεως και ότι ευρισκόμεθα ενώπιον νέας Συνθήκης των Σεβρών, που θα πιστοποιήσει τη διάλυσή της.

Θα ήταν επίσης αφελές να θεωρήσει κάποιος ότι η προσέγγιση της Αγκυρας με τη Μόσχα και η ένταση των σχέσεών της με την Ουάσιγκτον είναι μια ευκαιρία να καταστεί η Ελλάς ο προμαχών του ΝΑΤΟ στην περιοχή. Ανάλογες φαντασιώσεις οδήγησαν στη μικρασιατική καταστροφή στο παρελθόν.

Τέλος, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει περιφερειακή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο που να αποκλείει την Τουρκία, διότι κάθε απόπειρα προς την κατεύθυνση αυτή θα οδηγήσει σε πλήρη αποσταθεροποίηση.

Αντίθετα, η αδυναμία στην οποία εκ των πραγμάτων περιήλθε η Αγκυρα μπορεί να αξιοποιηθεί για την εμπέδωση μιας παραγωγικής συνεργασίας. Η διαχείριση μιας ισχυρής και διεκδικητικής Τουρκίας, σε αγαστή συνεργασία με τη Δύση, είναι απείρως προβληματικότερη για την Ελλάδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ