ΧΡΗΣΤΟΥ Γ. ΖΑΧΑΡΑΚΙ*

Μαίνεται πάλιν η Ηρωδιάς...

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εντάθηκε πάλι τις τελευταίες εβδομάδες η φημολογία περί επιτεύξεως προόδου στις λεγόμενες διακοινοτικές συνομιλίες για το Κυπριακό, μέχρις σημείου μάλιστα ώστε να πιθανολογείται ακόμα και διαφαινόμενη λύση.

Και συνακολούθος αναζωπυρώθηκαν πάλι οι «ελπίδες» των γνωστών οπισθόβουλων και κακόβουλων ξένων καλοθελητών και μεσολαβητών. Και παράλληλα αναπτερώθηκαν οι ανεξήγητες, εντούτοις, προσδοκίες των άμεσα ενδιαφερομένων Ελληνοκυπρίων και Ελλαδιτών.

Ολα αυτά εντάσσονται βέβαια στο πρόδηλο παιχνίδι που παίζεται αδιάκοπα ήδη από τους πρώτους μήνες μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και ως εκ τούτου δεν ξενίζει τουλάχιστον τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ. Αυτό, όμως, που προκαλεί εύλογες απορίες είναι η άκριτη ετοιμότης με την οποία η πολιτική ηγεσία της ελληνικής (ελληνοκυπριακής και ελλαδικής) πλευράς εξακολουθεί να μετέχει σ’ αυτήν την παντομίμα και να ανταποκρίνεται κάθε φορά πρόθυμα στις Σειρήνες του «συμβιβασμού», αγνοώντας αφελώς ή ανιστόρητα την τεσσαρακονταετή εμπειρία και τους οφθαλμοφανείς κινδύνους της παγίδος του άκαρπου αυτού διαλόγου. Ο οποίος αποδεδειγμένα και νομοτελειακά δεν οδηγεί παρά σε συνεχείς παραχωρήσεις της ελληνικής πλευράς προκειμένου να διατηρηθεί στη ζωή, σε αντίθεση με την αμετακίνητη αδιαλλαξία της Αγκυρας που προφανώς δεν αποβλέπει σε τίποτε άλλο πλην της μονιμοποιήσεως και νομιμοποιήσεως των τετελεσμένων της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Είναι ενδεικτικό εν προκειμένω ότι οι ελληνοκυπριακές θέσεις κατολίσθησαν, με τη συναίνεση ή την ποντιοπιλατική στάση της Αθήνας, από την αρχική επιδίωξη του ενιαίου ή έστω καντονιακού κράτους, στην αποδοχή ενός ομοσπονδιακού μορφώματος με πλήρη και ουσιαστική ανισότητα των ομοσπόνδων μερών. Ωστόσο ακόμα και αυτό δεν κρίθηκε επαρκές από την Τουρκία που, επιδιώκοντας την πλήρη και απόλυτη ικανοποίηση των αληθινών στόχων της, απέφυγε συστηματικά να αποδεχθεί τα κατά καιρούς σχέδια λύσεως όλων των γεν. γραμματέων του ΟΗΕ και των ειδικών εκπροσώπων τους, όσο ευνοϊκά και να ήταν γι’ αυτήν, πλην του τερατουργήματος του σχεδίου Ανάν που υλοποιούσε υπέρ της Τουρκίας την «καραγκιόζεια» απαίτηση «τα δικά μου δικά μου και τα μισά δικά σου δικά μου» χωρίς καν ρητό χρονοδιάγραμμα αποχωρήσεως των κατοχικών στρατευμάτων. Το οποίο ευτυχώς εξουδετερώθηκε τη φορά αυτή από το ελληνοκυπριακό δημοψήφισμα υπό την άξια και πατριωτική ηγεσία του αειμνήστου Tάσσου Παπαδόπουλου. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν να εξακολουθούμε να εθελοτυφλούμε και να αυταπατώμεθα, τόσο η Αθήνα όσο και η Λευκωσία, με το εντελώς ψευδεπίγραφο επιχείρημα ότι με τον διάλογο αποτρέπεται τάχα η διχοτόμηση, καθ’ ην στιγμή αυτή αντιθέτως εμπεδώνεται και διαιωνίζεται ατιμωρητί ακριβώς με τις αέναες και άκαρπες δικοινοτικές συνομιλίες; Μήπως λοιπόν έφθασε πια η στιγμή να αναλογισθούμε και να διερωτηθούμε γιατί άραγε το τουρκοκυπριακό ψευδοκράτος δεν επεζήτησε όλα αυτά τα χρόνια, και μάλιστα με τις ισχυρές πλάτες της Τουρκίας, τη διεθνή αναγνώρισή του σύμφωνα και με πληθώρα άλλων παρόμοιων παραδειγμάτων, εφόσον η επίτευξη συμφωνίας έδειχνε ολοένα και περισσότερο ανέφικτη; Και γιατί ούτε η Τουρκία, πλην κάποιων άσφαιρων απειλών, ουδέποτε προώθησε μια τέτοια επιδίωξη, ώστε να προστατεύσει αποτελεσματικά τους Tουρκοκυπρίους αδελφούς της εφόσον δεν έστεργε να καλύψει τα υποτιθέμενα συμφέροντά τους μέσω μιας κοινά αποδεκτής συμβιβαστικής λύσεως;

Και αν η πιθανή απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι ότι η Τουρκία ενδιαφέρεται μόνο να εξασφαλίσει τον πλήρη έλεγχο του κυπριακού κράτους μέσω μιας λύσεως στα μέτρα της, μήπως θα πρέπει να αναπροσαρμόσουμε αναλόγως τη στρατηγική μας με μια εντελώς νέα ριζοσπαστική προσέγγιση στο όλο πρόβλημα ώστε να εκθέσουμε και να αποκαλύψουμε τις μύχιες και πραγματικές αυτές προθέσεις της Τουρκίας; Ισως κάτι τέτοιο να απεδεικνύετο λυσιτελέστερο αντί να εφησυχάζουμε με την επανάληψη των μονότονων και ανιαρών επί έτη κενολογιών περί προσηλώσεώς μας στην επιδίωξη μιας «μόνιμης και δίκαιης» λύσεως του Κυπριακού. Που κατά τα λοιπά παραμένει βέβαια στην πρώτη γραμμή των εθνικών προτεραιοτήτων μας, όπως ακούραστα τονίζεται σε όλα τα –αυτολεξεί σχεδόν αναπαραγόμενα– κοινά ανακοινωθέντα όλων των κατά καιρούς επισήμων συναντήσεων των Ελληνοκυπρίων και Ελλαδιτών πολιτικών από το 1977 και εντεύθεν.

*Ο κ. Χρ. Γ. Ζαχαράκις είναι πρέσβης επί τιμή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ