ΕΛΛΑΔΑ

Με τα μάτια στην Ελλάδα...

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Σε περιοχές όπως η Αστόρια της Νέας Υόρκης η ελληνική κρίση βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ - ΑΠΟΣΤΟΛΗ. Οταν ξεκίνησε η ελληνική κρίση, οι Ελληνοαμερικανοί ενεργοποιήθηκαν, είτε μεμονωμένα για να βοηθήσουν συγγενείς είτε μέσα από συντονισμένες πρωτοβουλίες –της Εκκλησίας, ομογενειακών σωματείων, εύπορων επιχειρηματιών– για να ενισχύσουν ανθρωπιστικές οργανώσεις. Σε αρκετές κοινότητες έγιναν έρανοι. Οι δραματικές εικόνες που μετέφεραν την επιδεινούμενη καθημερινότητα για συγκεκριμένες ομάδες του ελληνικού λαού προκάλεσαν συγκίνηση, με αποτέλεσμα να υπάρξει η ανάλογη ευαισθητοποίηση.

Από συζητήσεις με ομογενείς που έχουν συγγενείς στην Ελλάδα, διατηρούν δεσμούς με τη γενέτειρά τους και την έχουν επισκεφθεί αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της κρίσης, προκύπτουν κάποια συμπεράσματα.

Οπως ότι στέλνουν περισσότερα μετρητά από ό,τι στο παρελθόν. Μέχρι την κρίση, οι περισσότεροι Ελληνοαμερικανοί που ταξίδευαν στην Ελλάδα πήγαιναν σε φίλους και συγγενείς ρουχισμό, κυρίως επώνυμων σχεδιαστών.

Τώρα δίνουν χρήματα, κυρίως ως απόρροια της δικής τους αίσθησης των αναγκών που υπάρχουν, όχι απαραίτητα επειδή τους ζητήθηκε. Επίσης, είδη ρουχισμού που μέχρι πρόσφατα δίνονταν για φιλανθρωπικούς σκοπούς σε αμερικανικές ανθρωπιστικές οργανώσεις, τώρα είτε τα στέλνουν σε αντίστοιχες οργανώσεις στην Ελλάδα είτε τα πηγαίνουν οι ίδιοι όταν επισκέπτονται τη χώρα σε συγγενείς, γείτονες και γνωστούς της οικογένειάς τους που έχουν ανάγκη. Ιδιαίτερα παιδικά ρούχα που έχουν φορεθεί λίγο.

Επίσης, ευρισκόμενοι στην Ελλάδα για διακοπές, όταν βγαίνουν έξω με την οικογένεια ή φίλους είναι πολύ πιο «γενναιόδωροι» με πιο χαρακτηριστική κίνηση να πληρώνουν τον λογαριασμό και πάλι χωρίς απαραίτητα να τους ζητείται. Παλαιότερα, δέχονταν να τους κεράσουν οι Ελληνες φίλοι και συγγενείς, «υποκύπτοντας» στο γνωστό επιχείρημα ότι βρίσκονται στα δικά τους μέρη. Τώρα, αισθάνονται ότι ένα κέρασμα είναι το λιγότερο που μπορούν ή οφείλουν να κάνουν.

Το τελευταίο διάστημα το σκηνικό αρχίζει να αλλάζει. Καθώς οι εικόνες στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης δεν επικεντρώνονται πλέον στην ελληνική κρίση, υποχωρεί μερικώς και η κινητικότητα από την πλευρά της ομογένειας.

Παράλληλα, πολλοί που επισκέπτονται την Ελλάδα για διακοπές και όχι μόνο, και συναναστρέφονται με συγγενείς και φίλους, δεν εισπράττουν την αίσθηση της βιβλικής καταστροφής που διάβαζαν στις εφημερίδες και έβλεπαν στην τηλεόραση. «Περίμενα ότι θα συναντήσω μια κατάσταση σαν τη Σομαλία και βρήκα μια κανονική χώρα, με κόσμο στα μαγαζιά, στα εστιατόρια και στα σούπερ μάρκετ. Η κίνηση είναι πεσμένη, οι τζίροι μειωμένοι, αλλά οι άνθρωποι, η πλειονότητα τουλάχιστον, δεν λιμοκτονούν» έλεγε Ελληνοαμερικανίδα που ζει στη Βιρτζίνια, λίγο έξω από την Ουάσιγκτον.

Αναλόγως, περιορίζεται και η αρχική αίσθηση μιας βαθιάς ανθρωπιστικής καταστροφής. Το ενδιαφέρον παραμένει αυξημένο, αλλά με την πάροδο του χρόνου τόσο οι μεμονωμένες όσο και συντονισμένες δράσεις μάλλον υποχωρούν. Φυσικά, η βοήθεια συνεχίζεται καθώς υπάρχει και μια ταύτιση, ιδιαίτερα των μεγαλύτερων σε ηλικία, με τις κακουχίες που υπέμειναν οι ίδιοι ή οι γονείς τους ως Ελληνες που έφθασαν στην Αμερική στα μέσα του περασμένου αιώνα. Οι μνήμες και οι ιστορίες έχουν περάσει από γενιά σε γενιά.

Στοχευμένα

Πάντως, οι περισσότεροι θα προτιμούσαν να υπήρχε μια μεγάλη οργανωμένη προσπάθεια με στοχευμένες δράσεις. Σε συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση και, κυρίως, με μη κυβερνητικές ανθρωπιστικές οργανώσεις. Να υπήρχε ένα μεγάλο «οικονομικό lobbying». Υπό αυτό το πρίσμα διαπιστώνει κανείς διάχυτη και μια αίσθηση απογοήτευσης για το γεγονός ότι οι όποιες μεμονωμένες προσπάθειες παροχής βοήθειας έχουν οριακή επίδραση.

«Η Ελλάδα έχει μια ευκαιρία να αξιοποιήσει τη Διασπορά που έχει επανειλημμένως αποδείξει την επιθυμία αλλά και την ικανότητά της να τη βοηθά. Απλά, χρειάζεται τη σωστή πρωτοβουλία που θα την εμπνεύσει», σημειώνει ο εκτελεστικός διευθυντής του Συμβουλίου Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας, Εντι Ζεμενίδης. Από την άλλη, όπως τονίζει ο επικεφαλής της Συντονιστικής Επιτροπής Ελλήνων Αντι Μάνατος, «για πολλούς Ελληνοαμερικανούς, το μεγαλύτερο εμπόδιο στην αποστολή έστω και μικρών ποσών, ας πούμε 100 δολαρίων τον μήνα, στους φτωχότερους στην Ελλάδα, είναι ο φόβος ότι τα χρήματά τους μπορεί να μη φθάσουν ποτέ στους ανθρώπους που τα έχουν πραγματικά ανάγκη».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ