ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ιλίρ Μέτα: «Να αντιμετωπίσουμε προσεκτικά τις πληγές»

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΑ ΠΕΛΩΝΗ

«Η θετική βούληση και η δυναμική ατζέντα συνεργασίας κυριαρχούν στις σχέσεις μας», τονίζει ο πρόεδρος της αλβανικής Βουλής Ιλίρ Μέτα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Για λύση-πακέτο σε όλα τα ανοικτά ζητήματα των ελληνοαλβανικών σχέσεων –συμπεριλαμβανομένου του «τσάμικου ζητήματος», της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών και της άρσης της εμπολέμου– μιλάει στη συνέντευξή του στην «Κ» ο πρόεδρος της αλβανικής Βουλής. Ο Ιλίρ Μέτα δεν παραδέχεται ότι υπάρχουν παραβιάσεις των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία. Υποστηρίζει, μάλιστα, ότι και οι δύο χώρες πρέπει να δώσουν έμφαση στην προστασία των δικαιωμάτων περιουσίας των πολιτών «και στις δύο πλευρές των συνόρων». «Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορούμε να συζητήσουμε», τονίζει.

– Πώς θα χαρακτηρίζατε τις ελληνοαλβανικές σχέσεις στην παρούσα φάση;

– Οι σχέσεις μας είναι σχέσεις αιώνων φιλίας, ειρηνικής συνύπαρξης και συγκατοίκησης στην περιοχή. Η φιλία μας είναι τόσο καλά δεμένη, ώστε να ξεπερνά τις παραδοσιακές σχέσεις μεταξύ κρατών. Χαίρομαι που οι πολιτικές μας επαφές έχουν εντατικοποιηθεί και αυτός ήταν ο στόχος της επίσκεψής μου, να ενδυναμώσω την κοινοβουλευτική συνεργασία ώστε οι δύο κυβερνήσεις να προχωρήσουν σε ένα πιο δυναμικό στάδιο διμερούς συνεργασίας. Αυτή τη θετική εντύπωση πήρα μαζί μου στα Τίρανα, την εντύπωση της αμοιβαίας βούλησης για ενίσχυση της συνεργασίας. Παρά την οικονομική κρίση και της δύσκολες στιγμές που πέρασε ο ελληνικός λαός, η Ελλάδα παραμένει ένας από τους κορυφαίους οικονομικούς και εμπορικούς εταίρους της Αλβανίας, ενώ οι ελληνικές επενδύσεις παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην οικονομία μας. Είμαστε υπερήφανοι για τη σημαντική συνεισφορά της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία, ενώ η Ελλάδα έχει φιλοξενήσει μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανούς τις τελευταίες δύο δεκαετίες που έχουν συνεισφέρει θετικά στην ελληνική κοινωνία και οικονομία. Οι δύο χώρες είμαστε μέλη του ΝΑΤΟ, πυλώνες σταθερότητας στην περιοχή και έχουμε έναν κοινό ευρωατλαντικό δρόμο, τον οποίο πρέπει να διατηρήσουμε προς όφελος των πολιτών μας. Η επίσκεψη της αντιπροσωπείας μου πιστεύω ότι ήταν ακόμη ένα λιθαράκι στη γέφυρα που χτίζουμε για να προχωρήσουμε σε «αδελφικό» επίπεδο τις σχέσεις μας.

– Πιστεύετε ότι μπορεί να προχωρήσει μια διμερής διαπραγμάτευση μέσα σε κλίμα δημόσιων αντεγκλήσεων; Δεν επηρεάζει η ατμόσφαιρα –ειδικά όταν υπάρχουν ενδείξεις αναβίωσης μιας εθνικιστικής ατζέντας από την αλβανική πλευρά– τις προσπάθειες προώθησης μιας θετικής ατζέντας;

– Οπως συζήτησα στις συναντήσεις μου στην Αθήνα, οι δύο πλευρές συμφωνούμε ότι οι σχέσεις μας είναι στρατηγικές, πρακτικές και ζωτικές. Η θετική βούληση και η δυναμική ατζέντα συνεργασίας κυριαρχoύν στις σχέσεις μας. Αλλά, όπως ανέφερα και στη συνάντησή μου με τον πρωθυπουργό, έχουμε κληρονομήσει από το παρελθόν κάποιες «πληγές», τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίσουμε προσεκτικά και εποικοδομητικά, γιατί μια «πληγή» ακόμη κι αν τη θωπεύσεις, πονάει. Πρέπει να φιμώσουμε τις τάσεις, εκατέρωθεν των συνόρων, που επιχειρούν να σπεκουλάρουν και να ρίξουν λάδι στη φωτιά χρησιμοποιώντας παλιά ζητήματα για εκλογικούς σκοπούς. Πιστεύω ότι η βούληση υπάρχει στα Τίρανα, όπως και στην Αθήνα, για την επίλυση των όποιων ζητημάτων απομένουν μέσα από έναν ανοικτό και διαφανή διάλογο, με καλή θέληση, αμοιβαία εμπιστοσύνη και εποικοδομητική προσέγγιση, ακριβώς όπως κάνουν τα ευρωπαϊκά έθνη. Μετά τις συναντήσεις μου στην Αθήνα βλέπω ειλικρινή επιθυμία από την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσουμε για να βρούμε αμοιβαία αποδεκτές λύσεις σε ζητήματα του παρελθόντος. Αυτό φάνηκε και από τις συναντήσεις μου με τη Ν.Δ. και άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης. Συμφωνήσαμε για ένα εποικοδομητικό κλίμα στις δύο χώρες, προς το συμφέρον της ελληνοαλβανικής συνεργασίας.

– Εσείς αισθάνεστε ότι η χώρα σας απειλείται από την Ελλάδα;

– Καθόλου! Αισθανόμαστε ότι η Ελλάδα είναι ένας καλός εταίρος και γείτονας. Στηριζόμαστε και είμαστε ευγνώμονες για τη στήριξη της κυβέρνησης και της Βουλής σας στην προώθηση της ευρωπαϊκής μας ατζέντας και αισθανόμαστε ότι η Ελλάδα είναι ένας σημαντικός υποστηρικτής της Αλβανίας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Γι’ αυτό ακριβώς επέμεινα σε όλες τις συναντήσεις μου στην Αθήνα ότι το παράδοξο της εμπολέμου δεν έχει νόημα ανάμεσα σε δύο φιλικούς εταίρους, γείτονες και μέλη του ΝΑΤΟ.

– Γιατί δεν έχει υπάρξει πρόοδος από την πλευρά σας στο θέμα των ελληνικών κοιμητηρίων και της ΑΟΖ;

– Αυτό έπρεπε να είναι μέρος ενός κοινού πακέτου με τις ανησυχίες και τα ανοικτά ζητήματα των δύο πλευρών. Και οι δύο πλευρές πρέπει να ακούσουν, να αξιολογήσουν και να συζητήσουν επαγγελματικά και εποικοδομητικά. Η Βουλή μας θα στηρίξει μια ουσιαστική πρόοδο μέσα απ’ αυτόν τον κοινό μηχανισμό. Για τα ελληνικά κοιμητήρια ξέρω ότι υπάρχει μια Μεικτή Επιτροπή, όπως και για τα βιβλία ιστορίας. Πρέπει να προωθήσουν τα θέματα και εμείς ως κοινοβούλια των δύο χωρών συμφωνήσαμε να στηρίξουμε το έργο τους.

– Τελευταία έχουν αυξηθεί οι καταγγελίες από την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία για παραβιάσεις στα δικαιώματα περιουσιών στις περιοχές τους. Δεν είναι υποχρέωσή σας, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής σας προοπτικής, να βρείτε λύση;

– Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν παραβιάσεις έναντι μελών της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία. Αυτό είναι αναληθές και αστήρικτο και στο παρελθόν ήταν αντικείμενο σπέκουλας. Το ζήτημα των δικαιωμάτων των περιουσιών αφορά μια πλειονότητα Αλβανών πολιτών, συμπεριλαμβανομένων αυτών της ελληνικής μειονότητας, καθώς είναι ένα από τα πιο περίπλοκα προβλήματα που κληρονομήσαμε από το αλβανικό κομμουνιστικό καθεστώς. Μας προβληματίζει και ως πολιτικούς επειδή το ζήτημα των περιουσιών επηρεάζει και τις επενδύσεις στη χώρα. Αλλά συμφωνώ ότι πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή στα δικαιώματα ιδιοκτησίας όλων των πολιτών και στις δύο πλευρές των συνόρων, ως θέμα βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ως πρακτικό ζήτημα.

– Πώς πιστεύετε ότι θα αλλάξει το εγχείρημα του ΤΑP την περιοχή και τις σχέσεις στην περιοχή στο μέλλον;

– Ο TAP είναι πολύ σημαντικός και για τις δύο χώρες, για την περιοχή και φυσικά για τη συνολική ενεργειακή ασφάλεια στην Ευρώπη. Συνεργαζόμαστε καλά στο ζήτημα του TAP και η Αλβανία εκτιμά την ελληνική εξειδίκευση στην υλοποίηση του πρότζεκτ επί του εδάφους. Ο TAP ανοίγει νέες ευκαιρίες για επενδύσεις και έργα και στις δύο χώρες και δεδομένης της επέκτασης (IAP) του αγωγού προς το Μαυροβούνιο και την Κροατία, πιστεύω ότι το γεωστρατηγικό βάρος της Ελλάδας και της Αλβανίας, ως πυλώνων σταθερότητας στην περιοχή, μόνο θα αυξάνεται.

«Θα στηρίξουμε ειλικρινείς ανταλλαγές»

– Ποια είναι, κατά την άποψή σας, τα ανοικτά θέματα με την Ελλάδα;

– Ως καλοί γείτονες, είναι φυσικό να έχουμε κάποια θέματα. Οι γείτονες είναι σαν τα πρώτα ξαδέλφια, μοιράζονται το ίδιο αίμα, τον ίδιο χώρο, αλλά επειδή μοιράζονται κοινό ζωτικό χώρο, πρέπει να επιλύουν κάποια πρακτικά θέματα, να συντονίζονται καλύτερα. Ως χώρες των Βαλκανίων, κληρονομήσαμε κάποια ζητήματα που συνδέονται με το παρελθόν. Το πρώτο είναι, κατά την άποψή μου, η εμπόλεμος που η Ελλάδα έχει ακόμα σε ισχύ έναντι της Αλβανίας. Αυτός ο παράλογος νόμος δεν έχει ακόμη καταργηθεί μέσα από μια επίσημη πράξη που θα επιβεβαίωνε το υπάρχον θετικό κλίμα ανάμεσα στις δύο χώρες. Δεν μπορεί να υπάρχει «κατάσταση πολέμου» ανάμεσα σε δύο καλούς γείτονες και μέλη του ΝΑΤΟ. Στην πραγματικότητα, είναι παράδοξο! Το δεύτερο πιο σημαντικό θέμα είναι ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε το παρελθόν και πιστεύω ότι παρόλο που αυτό ανοίγει παλιές πληγές, πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε με εποικοδομητικό, πραγματιστικό και συνεργατικό τρόπο. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορούμε να συζητήσουμε ως γείτονες. Το να αντιμετωπίσουμε την Ιστορία μας, όπως έχουν κάνει άλλα ευρωπαϊκά έθνη, θα προετοίμαζε τις βάσεις για εξεύρεση λύσεων σε άλλα ανοικτά ζητήματα που σχετίζονται με τα ελληνικά κοιμητήρια σε αλβανικό έδαφος, τα βιβλία ιστορίας, την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και φυσικά το «τσάμικο ζήτημα», για το οποίο έχουμε αντίθετες και διαφορετικές απόψεις. Ολα αυτά είναι θέματα που κληρονομήσαμε και προκαλούν πόνο και στις δύο πλευρές των συνόρων. Εμείς ως αλβανική Βουλή θα στηρίξουμε ειλικρινείς και εποικοδομητικές ανταλλαγές ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις για να βρούμε λύσεις αμοιβαία επωφελείς, παραμερίζοντας τις όποιες εθνικιστικές ή συναισθηματικές τάσεις. Τα στρατηγικά κοινά μας συμφέροντα πρέπει να κυριαρχήσουν επί των ζητημάτων που κληρονομήσαμε και ο μόνος δρόμος προς τα εμπρός είναι ο ανοικτός διάλογος, και όχι οι οπορτουνιστικές πολιτικές μανούβρες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ