ΚΟΣΜΟΣ

Μια απόπειρα «ορισμού» της λογοτεχνίας

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ανεξαρτήτως του αν κάποιος συμφωνεί με την απονομή του Νομπέλ Λογοτεχνίας σε έναν ροκ σταρ, το πιθανότερο είναι πως θα δυσκολεύεται να μείνει αδιάφορος. Τα προηγούμενα χρόνια, η ανακοίνωση της επιλογής της Σουηδικής Ακαδημίας προκαλούσε διαφωνίες μόνο μεταξύ των βιβλιοκριτικών, που θεωρούσαν πως το βραβείο θα έπρεπε να έχει δοθεί σε κάποιον άλλο, πιο σημαντικό –ή αγαπημένο τους– συγγραφέα. «Εχεις διαβάσει τα βιβλία του;» ήταν μια συνηθισμένη ερώτηση εκτός των λογοτεχνικών κύκλων, με την απάντηση να είναι συχνά αρνητική, αφού η ανάγνωση δεν είναι ακριβώς δημοφιλής δραστηριότητα, στη χώρα μας ή αλλού. Καλώς ή κακώς, το φετινό Νομπέλ άλλαξε τα δεδομένα, πυροδοτώντας τον θυμό εκείνων που είχαν ήδη ενοχληθεί από την απονομή της περυσινής διάκρισης στη δημοσιογράφο και συγγραφέα βιβλίων μαρτυριών Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, ενθουσιάζοντας όσους έχουν «γαλουχηθεί» με τα τραγούδια του Ντίλαν και εκπλήσσοντας πολύ περισσότερους.

Η απόφαση της Σουηδικής Ακαδημίας είναι «υποτιμητική για τους συγγραφείς», ήταν η δήλωση του πεζογράφου Πιερ Ασουλίν. Σε άρθρο της στoυς New York Times, η συγγραφέας Anne North συμφωνεί, υποστηρίζοντας πως, «καθώς το διάβασμα χάνει σε δημοτικότητα σε όλο τον κόσμο, τα λογοτεχνικά βραβεία είναι πιο σημαντικά από ποτέ... Η απονομή του Νομπέλ σε ένα μυθιστοριογράφο ή ποιητή είναι ένας τρόπος να τονίσουμε ότι η μυθοπλασία και η ποίηση έχουν ακόμη σημασία». Πιο εμφατικό είναι το κείμενο που ανέβασε στο μπλογκ του ο μουσικοκριτικός Everett True: «Το γεγονός ότι ο Μπομπ Ντίλαν βραβεύτηκε με Νομπέλ Λογοτεχνίας λέει τα πάντα για το πώς το σύστημα κατανοεί την απήχηση της δημοφιλούς μουσικής – ότι δηλαδή δεν την κατανοεί καθόλου». Η βράβευσή του «δεν αντανακλά το 2016 και είναι, στην πραγματικότητα, απαράδεκτη. Με αυτήν τη λογική θα μπορούσαμε να δώσουμε στον Τραμπ το Νομπέλ Ειρήνης για την προσφορά του στις γυναίκες».

Αντίθετη, αν και εξίσου συναισθηματική, είναι η άποψη της Rebecca Mead του περιοδικού New Yorker: «Oι κριτικοί θα διαφωνήσουν για τη θέση του Ντίλαν στη λογοτεχνία ή για το αν είναι σωστό το βραβείο να δοθεί σε ένα συγγραφέα, η τίμηση του οποίου δεν προσφέρει πολλά στην εκδοτική βιομηχανία. Αλλά, για μένα, οποιοσδήποτε μπορεί να επικαλεστεί, ως πικρό αποχαιρετισμό προς έναν εραστή, τη φράση “δεν μπορώ να αγγίξω τα βιβλία που έχεις διαβάσει” γνωρίζει –και συλλαμβάνει και προσωποποιεί– τη δύναμη της λογοτεχνίας» γράφει, παραθέτοντας στίχους από το κομμάτι «Idiot Wind». Ο Μπομπ Ντίλαν έδωσε φωνή σε αυτούς που συνήθως δεν ακούγονται –στους φτωχούς, τους καταπιεσμένους και τους απελπισμένους– είναι η γνώμη του Rob Salkowitz, συντάκτη του περιοδικού Forbes. «Αν η δική του φωνή δεν χρειαζόταν “ενίσχυση”, ίσως η επιτροπή του Νομπέλ ήθελε να φέρει στο προσκήνιο τους χαρακτήρες των τραγουδιών του», αναφέρει.

H συζήτηση για το αν ο Ντίλαν «άξιζε» ή όχι το Νομπέλ είναι, στην ουσία, μια απόπειρα ορισμού της λογοτεχνίας: Αν η ποίηση είναι αρκετά «λογοτεχνική», γιατί oι μελοποιημένοι στίχοι δεν εμπίπτουν στην ίδια κατηγορία; Ή μήπως το πρόβλημα είναι πως ο Ντίλαν δεν δηλώνει ποιητής; Οι περισσότεροι από όσους θίχτηκαν όταν η Σουηδική Ακαδημία ανακοίνωσε το όνομά του πιθανότατα δεν θα επιχειρούσαν να κρίνουν την ποιότητα του έργου ενός «χαρακτηρισμένου» λογοτέχνη, αλλά θα υιοθετούσαν τη θέση των ειδικών. Ακόμη και αν ασκούσαν κριτική, μάλλον θα το έκαναν αναγνωρίζοντας την υποκειμενικότητα της άποψής τους – δεν αρέσει σε όλους ο Αντι Γουόρχολ, αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν ήταν καλλιτέχνης. Αν λοιπόν θέλουμε να είμαστε ειλικρινής, ίσως θα πρέπει να (ξανα)διαβάσουμε τους στίχους του Μπομπ Ντίλαν ξεχνώντας για λίγο ότι γράφτηκαν από έναν «τραγουδοποιό» και να τους αξιολογήσουμε όπως ένα οποιοδήποτε ποίημα: με μόνο κριτήριο τα συναισθήματα που μας προκαλεί. Υπό αυτούς τους όρους, η κύρια ιδιαιτερότητα της ποίησης του διάσημου μουσικού είναι πως δεν αποτελεί κτήμα μιας ελίτ, αλλά έχει αγαπηθεί από εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο ανεξαρτήτως ηλικίας και επιπέδου μόρφωσης. Οπως το θέτει ο δημοσιογράφος Mark Guarino, ποστάροντας στο Facebook: «Οι θαυμαστές του είναι από οδηγοί φορτηγών μέχρι ακαδημαϊκοί της Ivy League. Τα τραγούδια του έχουν νόημα για τους ανθρώπους που τα άκουσαν στο Γούντστοκ κι εκείνους που τα άκουσαν στη διάρκεια του πρώτου πολέμου στο Ιράκ. Υπάρχουν άνθρωποι που πηγαίνουν στις συναυλίες του για να σηκώσουν ψηλά τις γροθιές τους και άλλοι που μετρούν, σιωπηλά, τις συλλαβές. Ενα έργο τόσο “εύπλαστο” είναι ακριβώς ο ορισμός της μεγάλης λογοτεχνίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ