ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΑΥΓΕΝΑΚΗΣ*

Ενα κράτος που «μικραίνει» τους θεσμούς του…

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ενα κράτος που «μικραίνει» τους θεσμούς του, σύντομα θα διαπιστώσει ότι με «μικρούς» θεσμούς δεν είναι δυνατόν να γίνουν μεγάλα πράγματα. Η παταγώδης διάψευση της αντιμνημονιακής δημαγωγίας και η βαθιά κρίση νομιμοποίησης της κυβέρνησης λόγω της ριζικής μεταστροφής της, έχουν μια σειρά από αξιακές και θεσμικές επιπτώσεις.

Αυτή η μεταστροφή, η οποία συνέβη ύστερα από την τραυματική σύγκρουση με τα βράχια της πραγματικότητας, ανέτρεψε συνολικά την αφήγηση της κυβέρνησης και μετατόπισε την ατζέντα. Μόνος συνεκτικός κρίκος μεταξύ κυβέρνησης και κόμματος είναι η νομή της εξουσίας, χωρίς διακρίσεις, και αποδεικνύεται ότι ο συμβιβασμός δεν είναι μόνο οικονομικά και κοινωνικά επώδυνος, αλλά κυρίως είναι θεσμικά επώδυνος.
Τίθεται λοιπόν ζήτημα Δημοκρατίας και κράτους Δικαίου;

Σαφώς και τίθεται όταν η κυβέρνηση επιδιώκει την υπακοή των θεσμών στη δική της κρίση. Διότι αυτό δεν γίνεται ούτε καν εις το όνομα της εφαρμογής μιας «ριζοσπαστικής» ή έστω «αριστερής» πολιτικής. Το ζητούμενο για την κυβέρνηση είναι να εδραιωθεί η εξουσία της, η οποία περνά μέσα από την κυνική και απροκάλυπτη εργαλειοποίηση των θεσμών, προκειμένου να δημιουργηθεί ένας επικοινωνιακός αντιπερισπασμός και το περιβόητο χτύπημα στη διαπλοκή. Διότι πώς αλλιώς μπορεί να εννοηθούν η προσωρινή αδυναμία λειτουργίας του Συμβουλίου της Επικρατείας παρά ως αδυναμία λειτουργίας των εγγυήσεων του κράτους δικαίου και οι δημόσιες τοποθετήσεις ανώτατων δικαστικών λειτουργών για μισθολογικά θέματα, μετά τη συνάντησή τους με τον πρωθυπουργό, αν όχι ως συναλλαγή;

Πώς αλλιώς μπορεί να εννοηθεί η μεταμεσονύκτια κατάθεση και η εσπευσμένη απόσυρση της τροπολογίας Παππά, την ώρα μάλιστα που διεξάγεται η διάσκεψη του ΣτΕ για τη συνταγματικότητα του νόμου που αφαίρεσε από το ΕΣΡ την αρμοδιότητα που έχει εκ του Συντάγματος και περιόρισε τεχνητά τον αριθμό των αδειών, παρά ως επιχείρηση δημιουργίας τετελεσμένων γεγονότων στο τηλεοπτικό τοπίο πριν από την έκδοση της απόφασής του; Πώς αλλιώς μπορεί να εννοηθεί η επικοινωνιακή επιχείρηση του πρωθυπουργού και η συγκρότηση επιτροπής από αξιόλογα αναμφίβολα πρόσωπα στον κλάδο τους, αλλά άσχετα με την αναθεώρηση του Συντάγματος, τα όρια της αναθεωρητικής λειτουργίας και άλλα ευαίσθητα, σύνθετα και τεχνικά νομικά ζητήματα, παρά ως λαϊκισμός της συνταγματικής αναθεώρησης; Το μεγάλο πρόβλημα της χώρας είναι ότι έχουμε μία κυβέρνηση, η οποία «οξύνει» και υπονομεύει συστηματικά και κατ’ εξακολούθηση το κοινοβούλιο, τη Δικαιοσύνη, τις ανεξάρτητες αρχές, τους θεσμούς, χωρίς την παραμικρή θεσμική αντίληψη και τον σεβασμό στη διάκριση των εξουσιών.

Αυτή η επικίνδυνη περιφρόνηση της αυστηρότητας των θεσμών και των κανόνων, μπορεί να κομίζει -εάν κομίζει- κάποια συγκυριακά οφέλη, αλλά ανοίγει τον ασκό της αυθαιρεσίας.

Δυστυχώς, το τελευταίο διάστημα τα παραδείγματα συστηματικής παραβίασης της συνταγματικής τάξης από την υφιστάμενη κυβέρνηση πληθαίνουν. Η διάκριση των εξουσιών, που αποτελεί τον θεμελιώδη λίθο του κράτους δικαίου, αμφισβητείται στην πράξη. Εκείνο που πρέπει να γίνει αντιληπτό σε όλους είναι ότι ισχυροί, αξιόπιστοι, σταθεροί και δημοκρατικοί θεσμοί δεν έχουν μόνο πολιτική σημασία, πέρα από θεμέλιο του κράτους και χαρακτηριστικό της ποιότητας της δημοκρατίας, αλλά αποτελούν κατεξοχήν παράγοντα ευημερίας.Ενα κράτος που «μικραίνει» τους θεσμούς του, σύντομα θα διαπιστώσει ότι με «μικρούς» θεσμούς δεν είναι δυνατό να γίνουν μεγάλα πράγματα.

*Γραμματέας Πολιτικής Επιτροπής Ν.Δ., βουλευτής νομού Ηρακλείου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ