ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Ο ανάδελφος λαϊκισμός μας

ΜΙΧ. Γ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στον απόηχο του Brexit και της εντυπωσιακής απήχησης του Ντόναλντ Τραμπ ως υποψηφίου προέδρου των ΗΠΑ, έχουν δικαιολογημένα πληθύνει οι συζητήσεις για τη γιγάντωση του λαϊκισμού ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού. Η κρίση που βλέπουμε σε δύο ανεπτυγμένες και ώριμες δημοκρατίες, της Αγγλίας και των ΗΠΑ, είναι πραγματικά πρωτόγνωρες. Η ανάλυση της ψήφου στην Αγγλία, καθώς και η έρευνα στους ψηφοφόρους στην Αμερική συγκλίνουν σε σημαντικά κοινά στοιχεία που ευνοούν την άνοδο του λαϊκισμού και της δημαγωγίας που χαρακτήρισε τόσο την προεκλογική εκστρατεία του Brexit όσο και, σε υπερθετικό βαθμό, την εκστρατεία του Τραμπ.

Η δυσπιστία του εκλογικού σώματος προς τους πολιτικούς και η αίσθηση ότι «το σύστημα» των πολιτικών «και των φίλων τους» κοροϊδεύουν τους πολίτες έχει δημιουργήσει τοξικές συνθήκες. Οι ψηφοφόροι φαίνονται έτοιμοι να δεχθούν εξωπραγματικές υποσχέσεις και ιδέες, να απαξιώσουν τους «ειδήμονες» (τους οποίους επίσης δεν εμπιστεύονται διότι τους θεωρούν κομμάτι του ίδιου «συστήματος), και να αποδεχθούν νέους μεσσίες – ακόμη και εάν αυτοί έχουν άκρως αμφιλεγόμενο παρελθόν, όπως ο Τραμπ, και δεν έχουν να επιδείξουν κοινωνική προσφορά.

Η αμφισβήτηση του «συστήματος», η απόρριψη της αντιπαράθεσης εκτιμήσεων και η στροφή στη δημαγωγία της ατάκας φαίνεται επιφανειακά να συνιστούν και τον κοινό τόπο μεταξύ της Ελλάδας, της Αγγλίας, ή των ΗΠΑ. Συχνά με περίσκεψη, ενίοτε με κρυφή ανακούφιση, αναλυτές επισημαίνουν ότι τα προβλήματα του λαϊκισμού ξεπερνούν τα όρια της Ελλάδας, είναι γενικευμένα και δυσεπίλυτα. Η θεώρηση αυτή συνάδει και με την τάση στη χώρα μας να βλέπουμε τα προβλήματά μας ως κάτι που προέρχεται «απέξω».

Η επιφανειακή ομοιότητα των ελληνικών προβλημάτων όμως με τις διεθνείς τάσεις γρήγορα ξεθωριάζει με μια προσεκτικότερη μελέτη. Η Λωζάννη, με άλλα λόγια, δεν είναι Κοζάνη. Στις ΗΠΑ και στην Αγγλία, η καχυποψία ως προς το σύστημα συνοδεύεται με την επιθυμία μικρότερης επέμβασης του κράτους και την απαίτηση για εξορθολογίκευση και συρρίκνωσης του Δημοσίου. Εν αντιθέσει, στην Ελλάδα η κοινωνική δυσφορία βασίζεται στην αντίδραση για τον περιορισμό του προστατευτισμού, και την απαίτηση για περισσότερες διασφαλίσεις από ένα Δημόσιο «πατερούλη».

Η βασικότερη όμως διαφορά βρίσκεται στα βαθύτερα αίτια της κρίσης στις ΗΠΑ και στην Αγγλία από τη μία πλευρά και στην Ελλάδα από την άλλη. Σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης και στην Αμερική, η παγκοσμιοποίηση έχει μεν βοηθήσει σημαντικά στην ανάπτυξη, αλλά τα πλεονεκτήματα έχουν συγκεντρωθεί σε μικρό ποσοστό του πληθυσμού. Εργαζόμενοι σε τομείς που έχασαν την ανταγωνιστικότητά τους είδαν τις απολαβές τους να μειώνονται σημαντικά, ή βγήκαν στην ανεργία χωρίς να μπορούν να βρουν αντίστοιχη εργασία. Οι θυμωμένοι και φοβισμένοι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης είναι αυτοί που με μεγάλο ποσοστό υποστήριξαν το Brexit, αλλά και μεγάλο κομμάτι του κοινού του Τραμπ. Στην Ελλάδα δεν έχουμε ακόμη πραγματικά γνωρίσει τα προβλήματα της παγκοσμιοποίησης. Η ενδοστρεφής δομή της οικονομίας μας, η έλλειψη αξιόλογης βιομηχανικής παραγωγής και η έμφαση σε μη εμπορεύσιμους τομείς έχει καταστήσει την οικονομία μας αντιπαραγωγική, αλλά από την άλλη πλευρά την έχει προστατεύσει από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης περισσότερο από ό,τι πολλές άλλες χώρες. Η προστασία των επαγγελμάτων έχει επίσης περιορίσει τις επιπτώσεις από τη διεθνοποίηση του εμπορίου υπηρεσιών και οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις έχουν αφήσει τις παραδοσιακές βραδυκίνητες διαδικασίες να διαιωνίζονται.

Τα ελληνικό πρόβλημα έχει να κάνει με την κατάρρευση ενός κρατικιστικού μοντέλου. Η επίπλαστη ευημερία προ κρίσης βασίστηκε σε κρατικό δανεισμό, μεγάλα έργα και μια ανεξέλεγκτη αλυσίδα παραγωγής και κατανάλωσης, που έχουν καταρρεύσει ανεπιστρεπτί. Το Δημόσιο έπαψε να παίζει τον ρόλο του γενικού παρόχου και οι διαρθρωτικές αδυναμίες του Δημοσίου δεν αντιμετωπίστηκαν. Με την έμφαση στο κυνήγημα των φορολογικών εσόδων απ’ όπου και να προέρχονται, αντί για τη δικαιότερη κατανομή του βάρους, η παραγωγική οικονομία δέχτηκε μεγαλύτερο πλήγμα, και σιγά σιγά αντιλαμβάνεται ακόμη και ο ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν υπάρχει περιθώριο ανάπτυξης.

Αν λοιπόν συγκρίνουμε τα αίτια της γιγάντωσης του λαϊκισμού τα τελευταία χρόνια, τα προβλήματα είναι πολύ βαθύτερα και δυσεπίλυτα στην Αγγλία και στις ΗΠΑ απ’ ό,τι είναι στην Ελλάδα. Οι ΗΠΑ και η Αγγλία δεν έχουν εύκολες λύσεις μπροστά τους. Παρ’ όλες τις λαϊκιστικές κορώνες, οι Αγγλοι με το Brexit έχουν έρθει αντιμέτωποι με τις οικονομικά καταστρεπτικές συνέπειες του περιορισμού του εμπορίου και βλέπουν πως δύσκολα μπορούν να αντιμετωπιστούν τα βαθύτερα αίτια της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Στην Ελλάδα από την άλλη πλευρά, η λύση είναι σαφής: Πρέπει να αναμορφώσουμε ριζικά το Δημόσιο και να επιτρέψουμε στο παραγωγικό δυναμικό να αναπτυχθεί πιο ανταγωνιστικά.

Δυστυχώς, παρότι στην Ελλάδα, σε θεωρητικό επίπεδο, η λύση του προβλήματος και η αντιμετώπιση του λαϊκισμού είναι ευκολότερη, στην εφαρμογή χωλαίνουμε. Ο εναγκαλισμός της κοινωνίας με το στρεβλό κρατικιστικό μοντέλο που αργοπεθαίνει και η απουσία μιας τολμηρής ριζοσπαστικής πολιτικής με την οποία μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ευθαρσώς τα προβλήματα που θέτει το Δημόσιο, κάνει την αλλαγή πιο δύσκολη στην πράξη. Οπως είδαμε όμως με την πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή, ακόμη και η εξορθολογίκευση της ΥΠΑ με την αναδιοργάνωσή της δεν επετεύχθη, διότι λοιδορήθηκε ως «ξεπούλημα», την ίδια ώρα που η κρατική ΔΕΗ δημιουργούσε νέες ημέρες αργίες για τους εργαζομένους της. Αλλά και το νομοσχέδιο για τη δημοσιοποίηση των οργανογραμμάτων της Δημόσιας Διοίκησης, που θα μπορούσε να είναι τόσο επαναστατικό όσο ήταν και η Δι@ύγεια, φαίνεται να ευνουχίζεται από την κυβέρνηση, χωρίς να κόπτονται ούτε οι θεσμοί ούτε η αντιπολίτευση.

Η πρόκληση για τον κ. Μητσοτάκη, εφόσον όντως θέλει να πατάξει τον λαϊκισμό, είναι να μπορέσει να σπάσει τα δεσμά του κόμματός του, υιοθετώντας μια πιο επιθετική πολιτική αναμόρφωσης του Δημοσίου, δεχόμενος την ανάγκη στοχευμένων απολύσεων και προσλήψεων και κυρίως διαρθρωτικών αλλαγών, και αρθρώνοντας έναν πιο θαρραλέο αντίλογο στο κρατικιστικό μοντέλο που κρατά την Ελλάδα δέσμια ενός απολύτως ανάδελφου αλλά αντιμετωπίσιμου λαϊκισμού.

* Ο κ. Μιχ. Γ. Ιακωβίδης κατέχει την Εδρα Επιχειρηματικότητας και Καινοτομίας Sir Donald Gordon στο London Business School, και είναι Visiting Scholar στη New York Fed.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ