ΕΛΛΑΔΑ

Προεόρτια της Ιουλιανής κρίσης

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ*

19.2.1965. Στη συγκέντρωση που διοργάνωσε η ΕΡΕ στην πλατεία Κλαυθμώνος, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος κάλεσε δημόσια τους βουλευτές της Ενωσης Κέντρου να συμβάλουν στην ανατροπή της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου, γεγονός που επιδείνωσε την ήδη δηλητηριώδη πολιτική ατμόσφαιρα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στις αρχές του 1965 η κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου ταλανιζόταν από εσωτερικές αναταράξεις. Πριν ακόμα συμπληρωθεί ένας χρόνος από τη θριαμβευτική νίκη στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1964, η ενδοκομματική κρίση ήταν περισσότερο από εμφανής, σε βαθμό που να απειλεί την κυβερνητική συνοχή. Η διάψευση των προσδοκιών για την εξεύρεση ενωτικής λύσης στο Κυπριακό, σε συνδυασμό με τις έριδες επιφανών στελεχών του Κέντρου (οι οποίες αποδείκνυαν ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου ήλεγχε όλο και λιγότερο το κόμμα του), επιβάρυναν περαιτέρω το κλίμα. Την ίδια στιγμή, η ολομέτωπη αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην αξιωματική αντιπολίτευση την οποία συγκροτούσε η Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση (ΕΡΕ), με εκτόξευση εκατέρωθεν βαρύτατων κατηγοριών, δημιουργούσε ένα εκρηκτικό μείγμα που δηλητηρίαζε την πολιτική ζωή.

Βαθιά ρήγματα στο εσωτερικό της κυβέρνησης

Στις 6 Ιανουαρίου 1965 ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου ανασχημάτισε την κυβέρνησή του. Η σημαντικότερη αλλαγή αφορούσε την απομάκρυνση του υπουργού Εσωτερικών Ιωάννη Τούμπα και την αντικατάστασή του από τον προερχόμενο από την εαμογενή Αριστερά Ηλία Τσιριμώκο. Η κίνηση αυτή ήταν αρκετή για να κλονίσει την κυβερνητική παράταξη. Ο Τούμπας εξέφρασε δημόσια τη δυσαρέσκειά του, δηλώνοντας ότι ο Γ. Παπανδρέου του είχε προσφέρει άλλο υπουργείο, το οποίο αρνήθηκε για λόγους αρχής. Στην πραγματικότητα, ο Τούμπας είχε εγείρει ισχυρές αντιρρήσεις στην ανάληψη του υπουργείου Εσωτερικών από τον Τσιριμώκο λόγω του πολιτικού παρελθόντος του τελευταίου, το οποίο σχετιζόταν με τη συμμετοχή του στην «κυβέρνηση του Βουνού» στα χρόνια της Κατοχής. Ο Τούμπας διευκρίνισε ότι παρέμενε μέλος της Ενωσης Κέντρου· πρόσθεσε, όμως, ότι αυτό το έκανε με προσήλωση στην «αληθή δημοκρατία» και με την υποχρέωση να επισημαίνει στη Βουλή κάθε εκτροπή της κυβέρνησης από τη λαϊκή εντολή, υπαινιγμός που ασφαλώς αναφερόταν στα όσα είχαν προηγηθεί.

Πέρα από τις αντιδράσεις του Τούμπα, ο ανασχηματισμός δοκίμασε γενικότερα τη συνοχή της Ενωσης Κέντρου. Δεκαέξι βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος δήλωσαν ότι αποχωρούσαν από αυτό και θα σχημάτιζαν δική τους κοινοβουλευτική ομάδα. Ηγέτης των ανταρτών ήταν ο Σάββας Παπαπολίτης, ιδρυτικό και έκτοτε επιφανές μέλος της Ενωσης Κέντρου, ο οποίος είχε δυσαρεστηθεί από το γεγονός ότι δεν του προσφέρθηκε σημαντικό υπουργείο, με αποτέλεσμα να μείνει και πάλι εκτός κυβερνητικού σχήματος. Τρεις από τους αποσκιρτήσαντες βουλευτές απέσυραν άμεσα τις υπογραφές τους από τη δήλωση απόσχισης από την Ενωση Κέντρου. Με οργίλο ύφος, ο Γ. Παπανδρέου κατηγόρησε τους εναπομείναντες 13 για «αποστασία». Υπό αυτή την πίεση, οι 13 ανακάλεσαν την ανεξαρτητοποίησή τους. Ομως η ύπαρξη σοβαρών ρηγμάτων στο εσωτερικό της Ενωσης Κέντρου είχε για ακόμα μία φορά επιβεβαιωθεί περίτρανα.

Ενδεικτικό του κλίματος ήταν το πρωτοσέλιδο άρθρο, το οποίο δημοσίευσε δύο εβδομάδες αργότερα η φιλοκυβερνητική εφημερίδα «Ελευθερία» του Πάνου Κόκκα. Η «Ελευθερία» απέδιδε στον Ανδρέα Παπανδρέου, μέχρι πρότινος αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού και γιο του πρωθυπουργού, τη βαριά κατηγορία ότι το καλοκαίρι του 1964 είχε, σε σύμπραξη με τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ματαιώσει την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Τον σάλο που προκλήθηκε προσπάθησε να μετριάσει με δημόσιες δηλώσεις του ο Γ. Παπανδρέου, ο οποίος διέψευσε το δημοσίευμα, προσθέτοντας ότι αυτό χαροποιούσε μόνο τους εχθρούς της Ενωσης Κέντρου. Σε κατηγορηματική διάψευση προχώρησε και ο Ανδρ. Παπανδρέου.

Ωστόσο, η βαθύτερη σημασία του άρθρου βρισκόταν στο γεγονός ότι αποτελούσε αντανάκλαση των διεργασιών που συντελούνταν μέσα στην Ενωση Κέντρου. Η «Ελευθερία», μολονότι είχε υπάρξει σημαιοφόρος του «ανένδοτου αγώνα» την περίοδο 1961-1963, εξέφραζε πλέον δυναμικά τη δυσαρέσκεια αρκετών στελεχών του κόμματος για την ταχύτατη πολιτική ανέλιξη του Ανδ. Παπανδρέου, κάνοντας συχνά λόγο για νεποτισμό και οικογενειοκρατία. Ηταν, άλλωστε, γνωστή η στενή σχέση του Κόκκα με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο οποίος μέχρι την εμφάνιση στο προσκήνιο του Ανδ. Παπανδρέου παρουσιαζόταν ως ο πιθανότερος επίδοξος διάδοχος του Γ. Παπανδρέου.

Μετωπική σύγκρουση Ενωσης Κέντρου-ΕΡΕ

Το κυβερνών κόμμα αναζητούσε εναγωνίως τρόπο να εκτονώσει την ένταση που συσσωρευόταν στο εσωτερικό του. Η όξυνση της αντιπαράθεσης με την αξιωματική αντιπολίτευση αποτελούσε την ιδανική λύση. Την αφορμή έδωσε η πρόταση της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) για την παραπομπή στο ειδικό δικαστήριο του πρώην πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή και άλλων μελών των κυβερνήσεών του, με την κατηγορία ότι είχαν ευθύνη για διαχειριστικές ανωμαλίες στη ΔΕΗ την περίοδο 1955-1961. Παρά το γεγονός ότι η υπόθεση είχε προφανώς παραγραφεί, μεγάλη μερίδα των βουλευτών της Ενωσης Κέντρου, με την ανοχή του Γ. Παπανδρέου, συντάχθηκε με τη γραμμή της ΕΔΑ και ψήφισε υπέρ της παραπομπής, με αποτέλεσμα να εξασφαλιστεί η απαιτούμενη πλειοψηφία προκειμένου να τεθεί σε κίνηση η διαδικασία.

Ωστόσο, η ψηφοφορία κατέδειξε για ακόμα μία φορά την έλλειψη συνοχής της Ενωσης Κέντρου, καθώς πάνω από 25 βουλευτές της, οι περισσότεροι από τους οποίους ανήκαν στην ομάδα Μητσοτάκη, τάχθηκαν εναντίον της παραπομπής. Αντί να ενισχυθεί η κομματική ενότητα, όπως ήταν ο αρχικός στόχος του Γ. Παπανδρέου, στην πραγματικότητα αυτή είχε δεχθεί ακόμα ένα ισχυρό πλήγμα.

Η απόφαση για την παραπομπή Καραμανλή όξυνε ακόμα περισσότερο το ήδη τεταμένο κλίμα ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην αξιωματική αντιπολίτευση. Η πολεμική του αρχηγού της ΕΡΕ Παναγιώτη Κανελλόπουλου εναντίον της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου είχε αρχίσει να κλιμακώνεται επικίνδυνα με αφορμή την υπουργοποίηση Τσιριμώκου. Ο Κανελλόπουλος επικαλούνταν ανοιχτά την επιλογή του Γ. Παπανδρέου ως απόδειξη της υποτιθέμενης σύμπραξης της Ενωσης Κέντρου με την ΕΔΑ: η κοινή στάση των δύο κομμάτων στην υπόθεση της παραπομπής Καραμανλή ενίσχυσε αυτή του την πεποίθηση. Τον Κανελλόπουλο, όπως και άλλα επιφανή στελέχη της ΕΡΕ αλλά και σημαντική μερίδα του φίλα προσκείμενου προς αυτήν Τύπου, είχε αρχίσει να απασχολεί ολοένα και περισσότερο η προοπτική διεύρυνσης της επιρροής της ΕΔΑ όχι μόνο στο εκλογικό σώμα, αλλά και σε νευραλγικούς κρατικούς τομείς. Ο Κανελλόπουλος είχε πεισθεί και το διακήρυσσε δημόσια, ότι ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» συνιστούσε απειλή για την αστική δημοκρατία.

Τη δηλητηριώδη πολιτική ατμόσφαιρα επιδείνωσε η ομιλία, την οποία εκφώνησε ο Κανελλόπουλος στις 19 Φεβρουαρίου 1965, σε συγκέντρωση της ΕΡΕ στην πλατεία Κλαυθμώνος. Ο Κανελλόπουλος κάλεσε δημόσια τους βουλευτές της Ενωσης Κέντρου να συμβάλουν στην ανατροπή της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο ίδιος δεσμευόταν ότι η ΕΡΕ θα παρείχε ψήφο εμπιστοσύνης (και μάλιστα χωρίς να ζητήσει υπουργικά ή άλλα ανταλλάγματα) σε μια κυβέρνηση που θα σχηματιζόταν από στελέχη που θα είχαν εγκαταλείψει την Ενωση Κέντρου. Η παρακίνηση σε «αποστασία» ήταν μια πράξη στα όρια της πολιτικής ηθικής. Ταυτόχρονα, όμως, αποτελούσε σαφή ένδειξη ότι για τον Κανελλόπουλο η αντικατάσταση της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου από μια κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» αποτελούσε πλέον μονόδρομο, τον οποίο ήταν αποφασισμένος να βαδίσει.

Η αποκάλυψη του σχεδίου «Περικλής», μπούμερανγκ για τον Γ. Παπανδρέου

Το σκηνικό της κλιμακούμενης έντασης των πολιτικών παθών ολοκληρώθηκε στο τέλος Φεβρουαρίου, όταν από το βήμα της Βουλής ο Γ. Παπανδρέου προχώρησε στην αποκάλυψη της ύπαρξης σχεδίου με την κωδική ονομασία «Περικλής». Οπως ισχυρίστηκε, το σχέδιο είχε καταρτιστεί το 1959 από τις ένοπλες δυνάμεις και την ΚΥΠ, κατόπιν έγκρισης του τότε πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή, με στόχο να αποτελέσει το μέσο χειραγώγησης του εκλογικού αποτελέσματος, μέσω της άσκησης πιέσεων στους ψηφοφόρους της Ενωσης Κέντρου και της ΕΔΑ. Με βάση την ίδια συλλογιστική, το σχέδιο «Περικλής» ήταν η απτή απόδειξη για την ύπαρξη του μηχανισμού, ο οποίος είχε τεθεί σε κίνηση στις εκλογές του 1961 προκειμένου να διαπράξει τη «βία και τη νοθεία». Ο Γ. Παπανδρέου ολοκλήρωσε την αγόρευσή του κατηγορώντας την ΕΡΕ για φασιστική νοοτροπία.

Κρίνοντας από το ύφος της ομιλίας του, ήταν φανερό ότι ο Γ. Παπανδρέου αποσκοπούσε περισσότερο στην επανασυσπείρωση του κόμματός του. Η ανάμνηση της περιόδου του «ανένδοτου αγώνα» ήταν φυσικό ότι θα κινητοποιούσε τα αντανακλαστικά των στελεχών και των οπαδών της Ενωσης Κέντρου. Η προβολή του δίπολου «Δεξιά-αντιδεξιά» ενίσχυε ακόμα περισσότερο αυτή την προσπάθεια. Ομως, την ίδια στιγμή, διεύρυνε εκθετικά το ρήγμα ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην αξιωματική αντιπολίτευση. Αν ο Γ. Παπανδρέου διέκρινε στο σχέδιο «Περικλής» το όργανο για την πραγματοποίηση ενός εκλογικού πραξικοπήματος, ο Κανελλόπουλος έβλεπε στη δημοσιοποίησή του είτε τη συκοφαντία (καθώς το σχέδιο δεν είχε ποτέ εγκριθεί οριστικά) είτε την αποκάλυψη απόρρητων εθνικών μυστικών, με άμεση παρεπόμενη συνέπεια την ενίσχυση του «εσωτερικού κομμουνιστικού εχθρού»: υπό αυτήν την έννοια, ο αρχηγός της ΕΡΕ αποφαινόταν ότι ο πρωθυπουργός αποτελούσε κίνδυνο για «το έθνος και τη δημοκρατία» και επομένως η μόνη ωφέλιμη λύση ήταν η απομάκρυνσή του από την εξουσία. Η εκατέρωθεν ανταλλαγή βαρύτατων χαρακτηρισμών αποτελούσε το σύμπτωμα της παθογένειας, στην οποία βυθιζόταν ο πολιτικός κόσμος, με αποτέλεσμα τη συντήρηση ακραία διχαστικού κλίματος.

Χωρίς να το αντιλαμβάνεται, με την αποκάλυψη του σχεδίου «Περικλής», και κυρίως με την ερμηνεία που έδωσε σε αυτό, ο Γ. Παπανδρέου αντί να επιβραδύνει, στην πραγματικότητα επιτάχυνε τις διεργασίες που θα οδηγούσαν στη διάσπαση της Ενωσης Κέντρου. Οι φυγόκεντρες τάσεις στο εσωτερικό του κόμματος όχι μόνο δεν ανακόπηκαν, αλλά αντίθετα ενισχύθηκαν όσο περνούσε ο καιρός και οι συνθήκες ωρίμαζαν.

Ταυτόχρονα, η αξιωματική αντιπολίτευση εξοικειωνόταν με την ιδέα της ανατροπής του Γ. Παπανδρέου και της ανάδειξης νέας κυβέρνησης από την υπάρχουσα Βουλή, χωρίς τη μεσολάβηση εθνικών εκλογών. Στις αρχές Μαρτίου ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αξίωσε από τον πρωθυπουργό την αποστράτευση των αξιωματικών που είχαν διεξαγάγει την έρευνα για την υπόθεση του σχεδίου «Περικλής». Η άρνηση του Γ. Παπανδρέου να συγκατανεύσει αποτέλεσε έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα των ραγδαίων εξελίξεων, οι οποίες οδήγησαν στη μοιραία πολιτική κρίση του καλοκαιριού του 1965.

* Ο κ. Αντώνης Κλάψης διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ