ΕΛΛΑΔΑ

«Ναι» στην κριτική, «όχι» στις ανακρίβειες

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι «Προμαχώνες» προορίζονται για την άμυνα. Η ισχυρή τους φύση έλκει τον επιτιθέμενο που φιλοδοξεί να αναμετρηθεί με την αντοχή τους. Ισως αυτός να είναι ο λόγος που η καλλιτέχνις Βένια Δημητρακοπούλου, η οποία βάφτισε έτσι το μνημειακό έργο που πρωτοείδαμε στο αίθριο του Μουσείου Μπενάκη το 2014 και τώρα δεσπόζει στον αύλειο χώρο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (στο πλαίσιο εορτασμού των 150 ετών), θεωρεί θεμιτή κάθε κριτική: το τεράστιο γλυπτό της είναι εκτεθειμένο στα βλέμματα, στα σχόλια, στην προσέγγιση των ειδικών και μη.

Η διαδικασία τοποθέτησής του ήταν μελετημένη και χρονοβόρα. Εδωσε το περιθώριο να μιλήσει η ίδια η εικαστικός με δεκάδες ανθρώπους που το περιεργάζονταν καθημερινά, τουρίστες και περιοίκους. Και ενώ είχε ξεκινήσει αυτός ο γόνιμος διάλογος με το κοινό, το πρώτο «χτύπημα» στους «Προμαχώνες» ήρθε από φίλια πυρά, δηλαδή το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος, στο οποίο η καλλιτέχνις είναι μέλος. Μια ανακοίνωσή του άφηνε αιχμές ότι η γλυπτική εγκατάσταση έγινε λόγος διαμαρτυρίας από πλήθος εικαστικών καλλιτεχνών (χωρίς να αναφέρει ούτε ποιοι ούτε πόσοι), ότι οι διαδικασίες της τοποθέτησής του δεν ήταν οι δέουσες (υπήρχε σχετική έγκριση από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων και σχετική υπουργική απόφαση), ενώ ανέφερε και το ζήτημα της δαπάνης δημοσίου χρήματος (το κόστος της τοποθέτησης κάλυψε εξ ολοκλήρου χορηγός). Και ενώ αρνείται να κάνει «αισθητική αποτίμηση» της εγκατάστασης, στην ουσία τη στοχοποιεί.

Συναντήσαμε την εικαστικό στο καφέ που βρίσκεται στον κήπο του ΕΑΜ και μας ξενάγησε στο έργο της: «Ενα τόσο μεγάλο έργο σε δημόσια θέα, σε μια ιδιόμορφη γειτονιά της πόλης, είναι η απόλυτη έκθεση του ίδιου του καλλιτέχνη. Αυτό για μένα ήταν μια δυνατή εμπειρία που με έκανε να αναστοχαστώ τον εαυτό μου, τη δουλειά μου, αλλά και γενικότερα την τέχνη και τον ρόλο της στην εποχή της κρίσης και τη σχέση της με τους θεατές. Είναι ένα μεγάλο σχολείο, “καθοριστικό” για το επόμενό μου έργο. Οταν οι “Προμαχώνες” είχαν τοποθετηθεί στο αίθριο της Πειραιώς, ήταν προστατευμένοι, τώρα είναι ένα τμήμα του αστικού ιστού. Τότε, έγιναν εξαιρετικά επιτυχημένες δράσεις με παιδιά, ενώ αυτοί οι τρεις ατσάλινοι δίσκοι έδωσαν το κίνητρο σε ανθρώπους δημιουργικούς να κάνουν δικά τους πρότζεκτ. Ο συνθέτης Πάμπλο Ορτιζ έγραψε τον “Ηχο των Προμαχώνων”, ένα έργο για κρουστά που ερμήνευσαν οι Athens Percussion Group στην τελετή των εγκαινίων την 1η Οκτωβρίου, ενώ ο Γιώργος Σκεύας είδε το “σκηνικό” για την παράσταση “Το νεκρό Σπίτι” του Γιάννη Ρίτσου».

Και γιατί το Επιμελητήριο είδε με τη σειρά του μια απειλή στην «τάξη του δημόσιου χώρου»; «Δεν έχω απάντηση. Κάθε κριτική είναι θεμιτή, όμως πραγματικά απορώ για τις ανακρίβειες. Η Μαρία Λαγογιάννη, διευθύντρια του ΕΑΜ, είδε το έργο στο Μουσείο Μπενάκη, της άρεσε και μου πρότεινε να συνεργαστούμε με αφορμή τον εορτασμό. Ετοιμάσαμε λοιπόν με τους συνεργάτες μου μια ολοκληρωμένη πρόταση την οποία καταθέσαμε, τα πάντα έγιναν νομότυπα, η όλη προετοιμασία κράτησε πολλούς μήνες και το κράτος δεν επιβαρύνθηκε ούτε ένα ευρώ. Αλλωστε το έργο δεν θα μείνει εκεί για πάντα. Η αρχική συμφωνία είναι για τρία χρόνια, με τον όρο ότι θα συμφωνήσουν και οι δύο πλευρές».

Τη ρωτώ εάν έχει δεχθεί αρνητικά σχόλια. «Ευτυχώς τα περισσότερα είναι θετικά, ιδιαίτερα από περιοίκους. Αυτό που κρατώ περισσότερο είναι πως οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από κάποια “εργαλεία” για να κατανοήσουν τη σύγχρονη τέχνη και όταν αυτό συμβαίνει είναι πολύ συγκινητικό. Μια ημέρα, ήρθε μια ηλικιωμένη κυρία που μένει στη γειτονιά. Ηταν εξαιρετικά θυμωμένη και έδειχνε πολύ δυσαρεστημένη που θα έμπαινε εκεί το έργο. Οταν συζητήσαμε μου είπε ότι έχει απευθυνθεί στις κρατικές υπηρεσίες πολλές φορές για ένα ζήτημα με επείγοντα χαρακτήρα και δεν πήρε ποτέ καμιά απάντηση. Καμιά φορά ο θυμός προς το έργο είναι θυμός για την ίδια την πόλη και την κατάσταση. Πρέπει όμως να μιλάει κανείς με τους ανθρώπους, μα πιο πολύ να τους ακούει. Αυτό έμαθα εδώ...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ