ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο επίμονος κ. Μαρκ Κάρνεϊ

DAVID MILLIKEN / REUTERS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δύο από τα μεγαλύτερα φόβητρα για οποιονδήποτε κεντρικό τραπεζίτη –οι πολιτικές πιέσεις και η επερχόμενη άνοδος του πληθωρισμού– απειλούν σήμερα τον κ. Μαρκ Κάρνεϊ, διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας, περισσότερο από κάθε άλλη φορά από τότε που ανέλαβε τα ηνία της κεντρικής τράπεζας της Βρετανίας. Αμέσως μετά το δημοψήφισμα του Ιουνίου, οπότε οι Βρετανοί αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την Ε.Ε., ο κ. Κάρνεϊ είχε σπεύσει να σταθεροποιήσει τη βρετανική οικονομία, μεταξύ άλλων μειώνοντας το βασικό επιτόκιο δανεισμού πρώτη φορά από το 2009. Την ερχόμενη εβδομάδα ο κ. Κάρνεϊ θα έχει εξίσου δύσκολο έργο, όταν θα κληθεί να εξηγήσει ποια είναι η άποψη της κεντρικής τράπεζας για τις συνέπειες του Brexit. Στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου, η τράπεζα είχε αφήσει να εννοηθεί πως θα μειώσει και άλλο το επιτόκιο δανεισμού, ωστόσο σήμερα αυτό φαντάζει απίθανο, διότι η οικονομία επιβραδύνεται πολύ λιγότερο απ’ όσο είχε φοβηθεί η Τράπεζα της Αγγλίας. Επιπλέον, η νέα βουτιά της ισοτιμίας της λίρας έναντι του δολαρίου στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 31 ετών θα αναγκάσει την ΤτΑ να αναθεωρήσει προς τα επάνω την πρόβλεψή της για το ύψος του πληθωρισμού και, μάλιστα, να προβλέψει τη μεγαλύτερη υπέρβαση του στόχου από τότε που έγινε ανεξάρτητη το 1997.

Ωστόσο είναι πιθανό ο κ. Κάρνεϊ να διατηρήσει ανοιχτή την πιθανότητα λήψης νέων μέτρων ενίσχυσης της οικονομίας στην περίπτωση που υπάρξει ασθενέστερη από το προβλεπόμενο ανάπτυξη, ακόμη και αφότου η πρωθυπουργός κ. Τερέζα Μέι επέκρινε δριμύτατα την ΤτΑ. «Μπορεί να μη μειώσουν το επιτόκιο δανεισμού τον Νοέμβριο, αλλά δεν νομίζω να αποκλείσουν αυτό το ενδεχόμενο», λέει ο κ. Τζέρεμι Λόσον, επικεφαλής οικονομολόγος στη Standard Life Investments. «Η κατάσταση είναι ακόμη αβέβαιη και υπάρχουν πολλές αιτίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ασθενέστερη ανάπτυξη», προσθέτει. Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από την αβεβαιότητα που υπάρχει σχετικά με το μέλλον του Κάρνεϊ. Τον είχε επιλέξει πριν από τέσσερα χρόνια ο πρώην, πλέον, υπουργός Οικονομικών Τζορτζ Οσμπορν και ο Κάρνεϊ έχει δηλώσει ότι θα ανακοινώσει έως τα τέλη του έτους αν θα μείνει ακόμη τρία χρόνια, όπως έχει τη δυνατότητα, ή αν θα αποχωρήσει στα μέσα του 2018.

Πολλοί από τους υποστηρικτές του Brexit ήταν σφόδρα αντίθετοι με τις προειδοποιήσεις που είχε απευθύνει ο Κάρνεϊ, πριν από το δημοψήφισμα, σχετικά με τις οικονομικές επιπτώσεις που θα είχε η έξοδος από την Ε.Ε. Στις αρχές Οκτωβρίου η πρωθυπουργός κ. Τερέζα Μέι είχε δηλώσει ότι τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού έχουν «παρενέργειες» για τους αποταμιευτές, ακόμη και αν ήταν αναγκαία η μείωσή τους μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Δεν είναι σαφές αν η κ. Μέι είχε ως στόχο την Τράπεζα της Αγγλίας. Ο κ. Κάρνεϊ έχει παραδεχθεί ότι η πολύ χαλαρή νομισματική πολιτική οδηγεί σε αναδιανομή πλούτου με έναν τρόπο που η κυβέρνηση ενδεχομένως δεν επιθυμεί. Ομως ο Καναδός τραπεζίτης έχει δηλώσει, επίσης, ότι δεν θα «δεχθεί οδηγίες» σχετικά με τη νομισματική πολιτική. Το πιθανότερο είναι ότι ο κ. Κάρνεϊ θα προσπαθήσει την επόμενη εβδομάδα να στρέψει την προσοχή μακριά από την πολιτική, και πίσω ξανά στην οικονομία, παραδεχόμενος ότι το άμεσο πλήγμα που δέχθηκε η βρετανική οικονομία αμέσως μετά το Brexit ήταν μικρότερο απ’ αυτό που είχε υποθέσει η κεντρική τράπεζα. Τον Αύγουστο, όταν είχε μειώσει το βασικό επιτόκιο δανεισμού στο 0,25% και είχε ανακοινώσει την επανέναρξη του προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων (QE), η ΤτΑ είχε ανακοινώσει ότι θα προχωρήσει και σε νέα μείωση του επιτοκίου δανεισμού τον Νοέμβριο, αν η οικονομία αναπτυχθεί σύμφωνα με τις προβλέψεις της. Το δεύτερο θέμα που καθιστά πιο δύσκολη την εκ νέου μείωση των επιτοκίων δανεισμού είναι η υποτίμηση της λίρας, η οποία έχει υποχωρήσει κατά 8% από τον Αύγουστο, γεγονός που καθιστά την αναθεώρηση της πρόβλεψης για τον πληθωρισμό προς τα επάνω σχεδόν αναπόφευκτη, εκτός και αν η ΤτΑ υιοθετήσει πολύ πιο απαισιόδοξη άποψη για τις προοπτικές της βρετανικής οικονομίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ