Άγγελος Στάγκος ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΓΚΟΣ

Η χώρα που δεν θέλει επενδύσεις

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Α​​ν πραγματικά ο Αλέξης Τσίπρας εννοούσε αυτά που έλεγε τους τελευταίους μήνες –σαν να είδε ξαφνικά το φως το αληθινό– περί ανάγκης επενδύσεων, προκειμένου να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, θα πρέπει να νιώθει πολύ απογοητευμένος. Οχι μόνο γιατί για επενδύσεις μιλάει και επενδύσεις δεν βλέπουμε, αλλά κυρίως γιατί το επενδυτικό κλίμα χειροτερεύει συνεχώς. Το αποδεικνύουν διάφορες μετρήσεις διεθνών οργανισμών και ινστιτούτων για την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, φαίνεται καθαρά από τις διαθέσεις στελεχών της κυβέρνησης και του κομματικού μηχανισμού του ΣΥΡΙΖΑ και γίνεται σαφές από τις επιδόσεις του κράτους, που παραμένει αγκυλωμένο σε λειτουργίες που αποθαρρύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα. Και επειδή ίσως αυτά δεν είναι αρκετά, ήλθε η σημερινή κυβέρνηση (του Αλέξη Τσίπρα, δηλαδή) να συμβάλει με την πολιτική της υπερφορολόγησης.

Η πρόσφατη έκθεση «Doing Business 2017» της Παγκόσμιας Τράπεζας, που υποβιβάζει την Ελλάδα από την 58η θέση στην 61η (μεταξύ 190 χωρών) στη διευκόλυνση της επιχειρηματικότητας, έρχεται ως επιστέγασμα αρκετών άλλων σχετικών ερευνών της τελευταίας διετίας. Δίχως υπερβολή, όλες σχεδόν δείχνουν τη χώρα να χάνει θέσεις και πόντους στον διεθνή λυσσαλέο ανταγωνισμό, που στους καιρούς μας πλέον διεξάγεται στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Καλώς ή κακώς, αυτή είναι η πραγματικότητα και μέσα σε αυτήν θα επιβιώσει ο πιο αποτελεσματικός, ο πιο ευέλικτος, ο πιο παραγωγικός. Ηδη η Ελλάδα χάνει έδαφος ακόμη και στα Βαλκάνια...

Το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ και όσα εσωκομματικά ακολούθησαν έδειξαν, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι ο κορμός του στελεχικού δυναμικού αδυνατεί να προχωρήσει πέρα από τις ιδεολογικές ή ιδεοληπτικές εμμονές του. Δεν θέλει να προχωρήσουν οι αναγκαίες ιδιωτικοποιήσεις, δεν επιθυμεί μεταρρυθμίσεις, αρνείται να συμβαδίσει με τους καιρούς που επικρατούν στον πλανήτη. Επιπλέον, ο Αλέξης Τσίπρας μόνος του –ή αναγκάστηκε;– φρόντισε να τονώσει αυτές τις απόψεις δημιουργώντας ένα «πολίτμπιρο» που θα καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις κυβερνητικές αποφάσεις. Με λίγα λόγια, ο ίδιος εκχώρησε ένα μεγάλο μέρος των αρμοδιοτήτων και των ευθυνών του ως πρωθυπουργού στο κόμμα, με δεδομένες τις αντιεπιχειρηματικές αντιλήψεις που το χαρακτηρίζουν. Η περίπτωση Σκουρλέτη τα λέει όλα.

Ο κρατικός μηχανισμός, από την πλευρά του, λειτουργεί με πρότυπα και ταχύτητες πολλών δεκαετιών πριν. Ευνοεί την απύθμενη γραφειοκρατία για να δημιουργεί εμπόδια, αντιδρά στην ηλεκτρονική μηχανοργάνωση, διαχέει τις ευθύνες και την υπευθυνότητα, δεν αντέχει την αξιολόγηση, απαγορεύει τις πρωτοβουλίες, αγαπά τις πελατειακές και κομματικές σχέσεις. Η τεράστια καθυστέρηση στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων, αλλά και η κατάσταση της εκπαίδευσης αποτελούν παραφυάδες του ιδίου προβλήματος. Δυστυχώς, είναι αποδεδειγμένο ότι όλα αυτά βρίσκονται σε αρμονία με τις απόψεις, τη ρητορική και τους στόχους της κυβέρνησης. Για λόγους ιδεολογίας, για λόγους κομματικής πειθαρχίας ή για λόγους προσωπικού συμφέροντος; Για όλους μαζί τους λόγους αυτούς. Αλλωστε, είναι ακατόρθωτος ο διαχωρισμός και το αποτέλεσμα δεν αλλάζει.

Στο ερώτημα αν τα βλέπουν όλα αυτά «οι σύντροφοι» η απάντηση είναι απλή: δεν έχει καμία σημασία τι βλέπουν, τι διαπιστώνουν και τι καταλαβαίνουν. Αφού εμφανίζονται πολύ ευχαριστημένοι και ο πρωθυπουργός νομίζει ότι η οικονομία είναι «σούστα» που κάποια στιγμή θα εκτιναχθεί μόνη της επειδή δεν μπορεί να πιεστεί άλλο. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι με αυτές τις συνθήκες η επιχειρηματικότητα πάει από το κακό στο χειρότερο, οι επενδυτές δεν έρχονται, άρα επενδύσεις δεν γίνονται. Είναι πολλά, πάρα πολλά, αυτά που πρέπει να αλλάξουν στην ελληνική επικράτεια για να μετατραπεί η Ελλάδα σε ελκυστική χώρα για τους επιχειρηματίες. Ακόμη και αν ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση, ακόμη και αν ρυθμιστεί το χρέος. Η «σούστα» δεν θα εκτιναχθεί χωρίς κατάλληλη ρύθμιση μυαλών!

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ