Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Δημοτικά τραγούδια για τον πόλεμο του ’40

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​ταυτότητα του πολέμου κατά των Ιταλών, ως προς το τραγούδισμά του, έχει χαραγμένο το όνομα της Σοφίας Βέμπο. Η δική της φωνή σφραγίζει την επέτειο. Λίγοι θυμούνται ότι το τραγούδι «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά», του 1940, ήταν σε στίχους του Μίμη Τραϊφόρου και μουσική του Μιχάλη Σογιούλ, ή ότι το περιγελαστικό «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», του 1941, δημιουργήθηκε με στίχους του Γιώργου Θίσβιου και μουσική του Θεόφραστου Σακελλαρίδη. Χάρη στη Βέμπο τα τραγούδια έγιναν λαϊκά, με την έννοια του κοινού κτήματος. Η στιχουργική και μουσική τους πατρότητα πέρασε σε δεύτερη μοίρα.

Αυτό δεν σημαίνει πως ήταν και στη γένεσή τους λαϊκά, ανώνυμα. Το 1940 άλλωστε βρισκόμασταν πια μακριά από τον δημοτικό τρόπο σύνθεσης των τραγουδιών, ένας απόηχος του οποίου συνέχισε ν’ ακούγεται στα ληστρικά, πλασμένα στη μανιέρα των κλέφτικων, και σε ορισμένα ρεμπέτικα. Γράφει χαρακτηριστικά ο Κ.Θ. Δημαράς στην «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας» (Ικαρος, 8η έκδοση 1987):

«Η ηρωική πολεμική πράξη ξέρουμε πως αυθόρμητα προκαλεί τον υμνωδό της. Στον τελευταίο πόλεμο, σ’ εποχή δηλαδή όπου η λειτουργία της γένεσης του δημοτικού τραγουδιού παρουσιάζει πλήθος αναστολές, εβγήκαν τέτοια τραγούδια είτε με στοιχεία της μορφολογίας του δημοτικού τραγουδιού είτε και πιο λόγια στη μορφή, αλλά από ανόθευτη λαϊκή πηγή: “Και εις την Ηπειρο εκεί / θα κάμουν θαύματα οι Γραικοί, / θα δουλέψει το ντουφέκι / σα βροντή κι αστροπελέκι”. Τέτοιο τραγούδι έπλασε ένας αγράμματος στρατιώτης στα 1940· εκατόν είκοσι χρόνια νωρίτερα ένας άλλος αγράμματος τραγουδιστής, ο Τσοπανάκος, έλεγε για τη μάχη του Λάλα: “Απ’ το τουφέκι το πολύ / στον Αδη πήγεν η βοή, / και τ’ ακούσαν οι αντρειωμένοι / και χαρήκαν οι καημένοι”. Ανάμεσα στους δύο μπορούμε να τοποθετήσουμε τους τυφλούς τραγουδιστές, που γνωρίσαμε ή που έχουμε μαρτυρημένους από τα πιο παλιά χρόνια, όσοι γυρίζοντας στα σπίτια και στους δρόμους έψαλλαν τα κατορθώματα των νέων Ελλήνων του 1912, του Μακεδονικού Αγώνα ή της Επανάστασης, κι έβγαζαν έτσι το ψωμί τους». Εστω φθαρμένη ή ραγισμένη, η σκυτάλη δεν χάθηκε.

Τα λεγόμενα του Δημαρά τα μνημονεύει, ευλόγως, ο Τάκης Αδάμου στη μελέτη του «Το λαϊκό τραγούδι της Αντίστασης» (2η έκδοση συμπληρωμένη, Καστανιώτης, 1977). Και προσθέτει: «Τα γεγονότα του ελληνοϊταλικού πολέμου [...] απαθανατίστηκαν από τη λαϊκή Μούσα με πλήθος τραγούδια. Αρκετά απ’ αυτά αναφέρονται στην πανωλεθρία των Ιταλών στη περιοχή Σμόλικα-Γράμμου, που είναι και η πρώτη νίκη των ελληνικών όπλων. Δημιουργήθηκαν και τραγουδήθηκαν στην περιοχή των ορεινών χωριών της Πίνδου και είναι επηρεασμένα στο στίχο και στη μελωδία τους από τα παλιά κλέφτικα τραγούδια. Την αγάπη στην πατρίδα και τη θυσία για τη λευτεριά η λαϊκή Μούσα την τραγούδησε την εποχή αυτή και με στίχους και μουσική επηρεασμένη από τη σύγχρονη προσωπική τέχνη. Υπάρχει ακόμα ένας κύκλος νησιώτικων λαϊκών τραγουδιών για τα γεγονότα του ελληνοϊταλικού πολέμου, που τα χαρακτηρίζει όχι μόνο η ιδιαίτερη εκείνη ποιητική χάρη που κληρονόμησαν από τη λαϊκή ποιητική παράδοση όλα, σχεδόν, τα ελληνικά νησιά, αλλά και μια λεπτή νησιώτικη ευαισθησία».

Τα τραγούδια του ’40 αξιοποιούν δύο από τα ισχυρότερα μοτίβα των κλέφτικων: το μοτίβο της συνομιλίας δύο βουνών και το μοτίβο του κόρακα που «σκούζει και φωνάζει». Αν στο πασίγνωστο κλέφτικο, που τόσο συγκίνησε τον Γκαίτε, ερίζουν ο Ολυμπος κι ο Κίσσαβος, στα νέα τραγούδια τα βουνά συνομιλούν, συμπάσχουν και συνεργάζονται. Χαρακτηριστικό είναι το ηπειρώτικο «Ολυμπος και Πίνδος» της συλλογής του Αδάμου, που αναφέρεται στην αντεπίθεση των Ελλήνων στην Πίνδο, τον Νοέμβριο του ’40. Το λεκτικό, η εικονοποιία, η τεχνική της επανάληψης, η ανθρωπομορφική θεώρηση της φύσης και ο δεκαπεντασύλλαβος αντλούνται από το κλέφτικο, πράγμα φυσικό. Ο τρόπος πάντως με τον οποίο το τραγούδι ενσωματώνει διά της μεταφοράς ιστορικές πληροφορίες τού δίνει την αυταξία του:

«Ποιος είδε τέτοιο θάμασμα, παράξενο μεγάλο, / να κουβεντιάζουν τα βουνά με τις ψηλές ραχούλες. / Γυρίζει ο Γερο-Ολυμπος κι αναρωτάει την Πίνδο: / “Βουνό μου, γιατί θύμωσες και στέκεις βουρκωμένο; / Μήνα χαλάζι σε βαρεί, μήνα βροχή σε δέρνει;” / “Ούτε χαλάζι με βαρεί κι ούτε βροχή με δέρνει, / μόν’ με βαρούν οι Ιταλοί με μπόμπες και με όλμους. / Μαύρα πουλιά σκεπάσανε τον όμορφο ουρανό μου, / θερίζουνε τις ράχες μου, καίνε τα έλατά μου”. / “Ρίξε, βουνό, τις μπόρες σου, ρίξε τις αστραπές σου / κι εγώ σού στέλνω τους αϊτούς, τσολιάδες και φαντάρους, / να καθαρίσουν τις πλαγιές, να διώξουν τους φασίστες, / που μόλυναν τον τόπο μας, τα όμορφα χωριά μας”». Ποια τα «μαύρα πουλιά», αμέσως το κατανοούμε. Ομως το τραγούδι συνιστά μαρτυρία και για τον εξής βαθύτερο λόγο, που τον αναδεικνύει ο Αδάμου: «Οταν ο τραγουδιστής βάζει στο στόμα του Γερο-Ολυμπου την υπόσχεση να στείλει βοήθεια στην Πίνδο, εκφράζει μια πραγματικότητα. Τα ελαφρά τμήματα προκάλυψης της Ηπείρου στον τομέα αυτόν, που υποχώρησαν προς τον Γράμμο-Σμόλικα, ενισχύθηκαν με τμήματα που ήρθαν από τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία».

Ποτισμένο Ιστορία είναι και το «Εβγα ψηλά στο Σμόλικα»: «Τι έχεις μαύρε κόρακα και σκούζεις και φωνάζεις; / Μήνα διψάς για αίματα, γι’ ανθρώπινα κουφάρια; / Εβγα ψηλά στο Σμόλικα, ψηλά στη Σαμαρίνα, / να ιδείς της μάχης το κακό, ν’ ακούσεις ντουφεκίδι, / πώς πολεμούν οι Ελληνες, οι άντρες του Δαβάκη / κι οι σταυραϊτοί του Στανωτά, πεζούρα και καβάλα. / Να ιδείς κορμιά φασιστικά, γεμίσαν οι χαράδρες, / κοκκίνισαν οι ρεματιές, έβαψε το ποτάμι / κι οι Ιταλοί μαντρώθηκαν στο δόλιο το Γκριζμπάνι». Οι εξηγήσεις του Αδάμου: «Το τραγούδι αναφέρεται στη συντριβή των Ιταλών στην Πίνδο, το Νοέμβρη του 1940. Στο Σμόλικα-Γράμμο πρόβαλε την πρώτη αντίσταση και ανέκοψε την επίθεση του εχθρού το απόσπασμα του συνταγματάρχη Δαβάκη. Σε ενίσχυση έφτασαν τα τμήματα της Μεραρχίας Ιππικού του στρατηγού Γ. Στανωτά και σε συνεργασία με τα τμήματα προκάλυψης (Τάγμα Κονίτσης κ.λπ.) διέλυσαν την 3η ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών “Τζούλια”. Μέσα στο χωριό Γκριζμπάνι (Ελεύθερο), στις ρίζες του Σμόλικα, αιχμαλωτίστηκαν 700 Ιταλοί αξιωματικοί και στρατιώτες».

Τα λαϊκά τραγούδια λοιπόν, γεννημένα την ώρα του πολέμου, δεν αποτελούν μαρτυρίες μόνο των αισθημάτων και του φρονήματος, αλλά και μαρτυρίες ιστορικού τύπου. Ενόσω ιστορούν περιστατικά, γράφουν ιστορία τα ίδια, έτσι όπως περνούν από στόμα σε στόμα, συναρπάζουν και γίνονται θούριοι.

Αλλά θα συνεχίσουμε την επόμενη Κυριακή.

 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ