ΒΙΒΛΙΟ

Ομηροι του Ομήρου

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

JEAN-MARIE BLAS DE ROBLES
Το Νησί του Σημείου Νέμο
μτφρ.: Δημήτρης Δημακόπουλος
εκδ. Πόλις

Ε​​ίμαστε αποκυήματα ανεκπλήρωτων αφηγήσεων. Εναποθέτουμε τις μέρες μας στο όνειρο και τη φαντασία, μήπως και κάποτε μπορέσουμε να αποπλεύσουμε από την πραγματικότητα που μας συνέχει. Οσοι διαβάζουμε είμαστε ευήκοοι στα ξεγελάσματα και στις φαντασιοπληξίες της γραφής. Γυρίζουμε σελίδες αναζητώντας ή αναγνωρίζοντας τις ζωές που κάποτε θελήσαμε για τον εαυτό μας και που ποτέ δεν εκτυλίχθηκαν πέρα από τη ράχη του βιβλίου. Ομως, παρ’ όλα αυτά, κάθε μέρα, ανεπίγνωστα ή αθέλητα, μέσα ή και μετά τις σελίδες, προσθέτουμε ακόμη ένα κομμάτι στο «τερατόμορφο κολάζ από αποσπάσματα, από πράγματα που έχουμε δει και αναγνώσματα που έχουμε ξεχάσει, από παιδικούς φόβους που επιστρέφουν και ενώνονται με τη νύχτα για να σχηματίσουν νησιά και μαύρες ηπείρους. Είναι προγραμματισμένη τυχαιότητα· τα πάντα είναι κίβδηλα». Ακόμα και αν οι ζωές μας περιπλέουν μια ωκεάνια μυθοπλασία, παραμένουν λίγο-πολύ αταξίδευτες. Οπως έγραφε ο Κούντερα: «Οταν έχεις να ζήσεις μόνο μία ζωή, είναι σαν να μη ζεις καθόλου».

Ο Αρνό Μενέστ κλείνοντας το μυθιστόρημα που διάβαζε στην Ντιλσί, «νιώθει για πρώτη φορά πόσο αμείλικτη, αλλά και απεγνωσμένη, μπορεί να είναι η ματαιότητα ενός βιβλίου». Μετά το τελευταίο κεφάλαιο δεν υπήρχε παρά σιωπή και ήταν πλέον αδύνατον να ζήσει εκεί. Η Ντιλσί, για χάρη της οποίας συνέθεσε μια θηριώδη, φαντασμαγορική πλοκή, όπου εγκιβωτίζονταν οι μύθοι των καλύτερων συγγραφέων, δεν αναστήθηκε. Ο Αρνό δεν κατάφερε να γίνει για εκείνη ό,τι υπήρξε ο αββάς Φαρία για τον Εντμόντ Νταντές, ο οποίος σώθηκε από την αυτοκτονία και το έρεβος αντλώντας ζωή από τη βιβλιοθήκη που έκρυβε στο μυαλό του ο συγκρατούμενός του στο Château d’If. Μάταια ο Αρνό προσπάθησε να την επαναφέρει «στη ζωντανή καρδιά των πρώτων αναγνώσεων, τη μοναδική μήτρα όπου θα μπορούσε να ξαναβρεί τη διάθεση να επιστρέψει στον κόσμο». Η Ντιλσί κοιμόταν τον αξύπνητο ύπνο της βουλιαγμένη σε λέξεις, που είχε ακούσει ή διαβάσει, και ο Αρνό βγάζοντάς της τα σωληνάκια και τους ορούς, «την ανατομική προστασία της», λύνοντας «έναν έναν τους κάβους» που συγκρατούσαν το σώμα της στην από δω όχθη, και καταπίνοντας τρεις πλακέτες υπνωτικών, έσμιξε μαζί της σε έναν ονειρώδη πλου, σε ένα ατέρμονο αρμένισμα μακριά από τον επίλογό τους. Ενδεχομένως, αυτή η δεύτερη λογοτεχνική ζωή να τους χαρίστηκε, επειδή με τον θάνατό τους εκπλήρωναν τον όρκο που είχαν δώσει παλιά μπροστά στο εγκαταλελειμμένο σπίτι του Στέφαν Τσβάιχ, εκεί όπου αυτοκτόνησε μαζί με τη γυναίκα του.

Ο Αρνό είναι ταυτόχρονα ο συγγραφέας και ο αναγνώστης του μυθιστορήματος του Ζαν-Μαρί Μπλας ντε Ρομπλές. Ο τελευταίος ανάγει σε μυθοπλασία ένα ασύλληπτο σύνθεμα λογοτεχνικών έργων, μέσα από το οποίο αποθεώνεται ο γραπτός λόγος. Η ζέουσα ευφορία της αφήγησης, η σφοδρότατη ορμή της, η αδηφαγία της, η εξωφρενικότητά της, η κλεπτομανία της και πρωτίστως η πυρέσσουσα λαχτάρα της για ιστορίες, όλες οι υπερθετικές της πτυχές απολήγουν σε έναν λογοτεχνικό θρίαμβο, σε ένα μυθοπλαστικό υπερθέαμα. Η στίλβουσα ευφροσύνη του μυθιστορήματος δεν έρχεται απλώς να παρηγορήσει την απελπισία τού Αρνό, είναι το γέννημά της. Η λύπη και η αγάπη μεταμορφώνουν τον Αρνό από αναγνώστη σε συγγραφέα. Το βιβλίο που διαβάζει στην Ντιλσί το επινοεί μόνο για εκείνη, την ιδεατή αποδέκτρια. Οι λέξεις που της απευθύνει είναι δάνειες από αναγνώσματα δικά του και δικά της, οδόσημα μιας αχαρτογράφητης επικράτειας, την οποία και οι δύο κατοίκησαν για λίγο. Νανουρισμένος από τα υπνωτικά και τον απόηχο των λέξεων που σωπαίνουν, ο Αρνό επιστρέφει στη μυθοπλασία και εκεί τον περιμένει ολοζώντανη η Ντιλσί, η οποία κρατώντας χειρόγραφες σελίδες ανεβαίνει σε ένα αναλόγιο καταμεσής του μύθου και συνεχίζει την ιστορία τους. «Είναι τώρα σειρά της να σταθεί στο πλευρό του Αρνό, να επικυρώσει την πίστη του στην ήπια δύναμη των ραψωδών».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ