ΒΙΒΛΙΟ

Με το (πικρό) χαμόγελο στα χείλη...

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

Το ελληνικό πυροβολικό στον πόλεμο με την Ιταλία το 1940-41. «Τίποτε δεν μας φόβισε όλα ξεχάστηκαν. Γενική προετοιμασία όπλα, φυσσίγγια και ό,τι άλλο χρειάζεται ένας στρατιώτης για τον πόλεμο, περιμένοντας τη διαταγή»...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΧΡΙΣΤΟΥ Ν. ΠΕΤΡΟΥ - ΜΕΣΟΓΕΙΤΗ
Ημερολόγιον ελληνο-ιταλικού
πολέμου (1940-41)
Παράρτημα: Ημερολόγιο Πολέμου
Ιωάννη Σπ. Δημητρίου
Επιμέλεια έκδοσης:
Πέτρος Ι. Φιλίππου - Αγγέλου
εκδ.: Δημοτική Βιβλιοθήκη Καλυβίων

«Εκλήθηκα κι εγώ να προσφέρω την υπηρεσία μου στην μεγαλύτερη και ιερώτερη προσπάθεια του έθνους, στην δημιουργία ενός εξαίσιου εθνικού μεγαλείου. Είναι κάτι κι αυτό. Ο χρόνος από της απόψεως αυτής αν εξετασθή δεν πηγαίνει χαμένος. Ο πόλεμος άλλωστε είναι ένας νόμος αναπόφευκτος στην ιστορία των ανθρώπων και των λαών, που δημιουργεί νέες αντιλήψεις στην ζωή και νέες μορφές στον πολιτισμό». Απόσπασμα από την ημερολογιακή καταγραφή του Χρίστου Ν. Πέτρου - Μεσογείτη με ημερομηνία «28 Οκτωβρίου (Δευτέρα) 1940», ημέρα κήρυξης του ελληνοϊταλικού πολέμου.

«Σήμερον πολύ πρωί ο σαλπιστής σαλπίζει έγερση και αμέσως διετάχθημεν να καμουφλάρουμε τα αντίσκηνα. Μαθαίνουμε κατάπληκτοι ότι η Ιταλία κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Ελλάδος. Τίποτε δεν μας φόβισε όλα ξεχάστηκαν. Γενική προετοιμασία όπλα, φυσσίγγια και ό,τι άλλο χρειάζεται ένας στρατιώτης για τον πόλεμο, περιμένοντας τη διαταγή», απόσπασμα από το «Πρόχειρο Ημερολόγιο διαφόρων στρατιωτικών γεγονότων και εντυπώσεων από την εκστρατεία του Ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41» του στρατιώτη Ιωάννου Σπ. Δημητρίου.

Δύο νέα παιδιά από τα Καλύβια Αττικής στρατεύονται και επιστρατεύονται στον «Πόλεμο του ’40». Ο πρώτος θα κρατήσει λεπτομερές «πολεμικό ημερολόγιο», από το δεύτερο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 1940 μέχρι τον Ιούλιο του 1941, πλέον «με τσακισμένη ψυχή», χωρίς καμία όρεξη να συνεχίσει πλέον, ο δεύτερος θα κρατήσει ημερολογιακές σημειώσεις από τη στιγμή που θα επιστρατευθεί (25.8.1940) μέχρι τον Απρίλιο του 1941, περιμένοντας «συντόμως να ανοίξει ο δρόμος για την Αθήνα».

Δύο φαντάροι που θα πάνε μπροστά «με το χαμόγελο στα χείλη», στο πολεμικό μέτωπο, ανάμεσα στους χιλιάδες Ελληνες στρατιώτες που θα αμυνθούν «του πατρώου εδάφους». Οι κακουχίες της εκστρατείας, οι «μέρες και νύχτες πολέμου», το χιονισμένο Μέτωπο, που θα αφήνει κόκκινες κηλίδες στο έδαφος και στη μνήμη των πολεμιστών, ο «εχθρός», επίσης νέα παιδιά, από τη χώρα του Δάντη, του Γκράμσι και του Παβέζε, οι Αλβανοί (μικρά παιδιά, άμαχοι ή αντάρτες στο πλευρό των Ιταλών), οι ψείρες, τα κρυοπαγήματα, οι μεγάλες εορτές που περνάνε χωρίς να τις καταλαβαίνουν οι στρατιώτες, τα Χριστούγεννα, η αναμονή του ταχυδρομείου και η ανάμνηση γερμανικών χριστουγεννιάτικων τραγουδιών, τα λάφυρα και οι Ιταλοί αιχμάλωτοι, πολλοί από αυτούς «καταφέρονται κατά του Μουσσολίνι», το έπος, η εξαθλίωση και η φρίκη, οι «ανώτεροι» (ιεραρχικά), κάποιοι από αυτούς άνθρωποι όχι μεγάλης αντίληψης, εγωιστές, μικροφιλότιμοι και εκδικητικοί και άλλοι υπερφίαλα παιδιά ή «σαν άτακτες αρσακειάδες», σύμφωνα με τις οξυδερκείς παρατηρήσεις του Χρ. Ν. Πέτρου-Μεσογείτη, και άλλοι πάλι «καλοί στους τρόπους και στην ψυχή», τα δέματα από την ΕΟΝ («δύο πακέττα τσιγάρα, ένα μπουκάλι κονιάκ, 3 κουραμπιέδες, έναν Καζαμία με σατιρική ύλη για τους Ιταλούς» ανάμεσα στ’ άλλα), οι αποκρυπτογραφήσεις των εχθρικών σημάτων, μια επιστολή προς μία άγνωστη, με ημερομηνία 7.2.1941 («Είμαι ένας ασήμαντος πολεμιστής του μετώπου. Τίποτε πάρα πάνω. […] Εσείς έχετε πλασθεί από την φύση να σκορπίζετε μόνο την αγάπη και την στοργή και τώρα έχετε ριζικά αλλάξει…»), η αλληλογραφία με το Μέτωπο και τα γράμματα προς και από την οικογένεια, κάποιοι λιποτάκτες και η αποτρόπαια τελετουργία της εκτέλεσής τους, η κάθοδος των γερμανικών στρατευμάτων προς Γιουγκοσλαβία και Ελλάδα («ο γερμανικός χείμαρρος»), η υποχώρηση, η επιστροφή, τέλος, η ελπίδα «ο σκληρός αυτός πόλεμος της αυτοεξοντώσεως να έχη τουλάχιστον ως αποτέλεσμα τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια των ατόμων και των Εθνών».

Αμέτρητες στιγμές, αμέτρητες σφαίρες, αμέτρητες λέξεις – σε μία εξαιρετικά επιμελημένη έκδοση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καλυβίων, που διαφυλάσσει την ιστορική και συλλογική μνήμη, σε επίπεδο «τοπικής κοινωνίας», μέσα από τη διεισδυτική, ειλικρινή ματιά και τη σκληρή εμπειρία δύο στρατευμένων νέων, καθώς αναδεικνύει το δράμα και το μεγαλείο της υπεράσπισης της πατρώας γης, αλλά και τη φρίκη του πολέμου – και κάθε πολέμου, κατακτητικού, απελευθερωτικού, πατριωτικού ή εμφυλίου. Μια καλογραμμένη, εξομολογητική, ουσιαστικά, αντιπολεμική μαρτυρία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ