ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Πολιτικές πιστωτών και οφειλετών αναδιάρθρωσης δημοσίου χρέους

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​ελληνική κυβέρνηση πληροί ως επί το πλείστον τις υποχρεώσεις του τρίτου μνημονίου και προσδοκά τη σύντομη έναρξη της διαδικασίας διαπραγμάτευσης για την ελάφρυνση του δημοσίου χρέους. Ομως η πιο σημαντική πρόκληση για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ πιστωτών και χρεωστών, με νέους όρους αποπληρωμής του δημοσίου χρέους, είναι ιδιαίτερα η κατανομή του κόστους αναδιάρθρωσης. Το σκεπτικό για τη δυσκολία κατανομής της επιβάρυνσης των ζημιών από την αναδιάρθρωση είναι το αποτέλεσμα μιας πεποίθησης ότι τόσο οι οφειλέτες όσο και οι δανειστές θα πρέπει να επωμιστούν ένα δίκαιο μέρος του φορτίου της προσαρμογής. Συνήθως σε κάθε οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες) απολαμβάνουν ευνοϊκή μεταχείριση λόγω του κρίσιμου ρόλου που έχουν στην οικονομία.

Από το πρίσμα αυτού του επιχειρήματος προέρχεται η άποψη ότι οι τράπεζες δεν μπορούν να αφεθούν στη μοίρα τους και να αποτύχουν, αλλά πρέπει να διασωθούν με δημόσιους πόρους εξ ου και οι ανακεφαλαιοποιήσεις των ελληνικών τραπεζών που συνεισέφεραν στη διόγκωση του δημοσίου χρέους.

Η άποψη που προωθείται στην Ε.Ε. υποστηρίζει ότι, απουσία ομοσπονδιακής κυβέρνησης ή μιας ενοποιημένης δημοσιονομικής πολιτικής, το κόστος αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους θα το επωμιστούν ως επί το πλείστον οι Γερμανοί και οι Γάλλοι φορολογούμενοι. Ετσι, δεν είναι θέμα δίκαιης κατανομής μεταξύ πιστωτών και οφειλέτη, αλλά πώς θα αναδιανεμηθεί το φορτίο χρέους του οφειλέτη. Η αύξηση της συμμετοχής των πιστωτών κρατών της Ευρωζώνης έχει επιτευχθεί με τη δημιουργία του ΕΣΜ μειώνοντας την επιβάρυνση προς τους Γερμανούς φορολογούμενους.

Οποια και αν είναι η δομή του επιχειρήματος, η βασική εικασία είναι ότι ο δανειολήπτης είναι η αιτία της μη δυνατής αποπληρωμής του χρέους στο ακέραιο. Οι ένοχοι στην περίπτωση της Ευρωζώνης δεν είναι μόνο οι Ελληνες (και οι Ιταλοί, Ισπανοί και Πορτογάλοι) αλλά ιδιαίτερα οι Ελληνες που ξόδευαν πάρα πολύ, δανείζονταν ακόμη περισσότερο, συνεχίζουν να φοροδιαφεύγουν και συνταξιοδοτούνται πολύ νωρίς, και η ελληνική κυβέρνηση που προέβη σε ψευδή στοιχεία της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας όταν υπέβαλε αίτηση για ένταξη στην Ευρωζώνη. Το συμπέρασμα είναι προφανές. Ο δανειολήπτης πρέπει να υποχρεωθεί να πληρώσει ώστε να μετατραπεί σε υπεύθυνο πολίτη που εργάζεται σκληρά για να γίνει πιο ανταγωνιστικός, καταναλώνει λίγο, αυξάνει την αποταμίευση των χρημάτων του (όπως οι Γερμανοί), και πληρώνοντας τους φόρους που του αναλογούν να αποπληρώνει έτσι τα υφιστάμενα χρέη της χώρας. Αυτός ήταν ο αρχικός λόγος της συμμετοχής του ΔΝΤ στην ελληνική κρίση που είναι ο πιο αποτελεσματικός χρεοσυλλέκτης του πλανήτη και υπέρτατος εξασφαλισμένος πιστωτής. Ουσιαστικά η λύση του ελληνικού προβλήματος (όπως και για οποιαδήποτε άλλη χώρα που αντιμετωπίζει δημοσιονομική κρίση) είναι η πολιτική λιτότητας. Μέχρι τώρα όμως οι πολιτικές λιτότητας το μόνο που έχουν κατορθώσει είναι να συρρικνώσουν την οικονομική δραστηριότητα, να δημιουργούν ακόμη δημόσια ελλείμματα χωρίς να βελτιώνουν τη βιωσιμότητα του συσσωρευμένου χρέους.

Μια και οι πιστωτές που κινδυνεύουν από την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους είναι οι νηφάλιοι Γερμανοί που ξοδεύουν λίγο και αποταμιεύουν πολύ, που πληρώνουν φόρους, δεν δανείζονται και που δεν μαγειρεύουν τα στατιστικά τους στοιχεία, οι Ελληνες θα πρέπει να γίνουν πιο ανταγωνιστικοί – να εργάζονται περισσότερο και να πληρώνονται λιγότερο. Αυτό θα επιτρέψει στην Ελλάδα να κάνει το δημόσιο χρέος της βιώσιμο (όπως διευκρινίζουν οι δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας) και να προστατεύσει τους ενάρετους Γερμανούς από την υποχρέωση να παρέχουν στήριξη στους Ελληνες.

Αλλά οι Ελληνες (αυτοί που τυγχάνει να είναι εργαζόμενοι) εργάζονται ήδη κατά μέσον όρο περισσότερες ώρες από τους άλλους πολίτες των μελών-κρατών της Ευρωζώνης και το κόστος εργασίας στην Ελλάδα έχει μειωθεί κοντά στο 20% από εκείνο του 2009. Με μειωμένα εισοδήματα και την ανεργία να χτυπά στο 23%, η κατανάλωση είναι λιγότερη και η είσπραξη περισσότερων φόρων περιορισμένη. Ετσι η αποπληρωμή του δημοσίου χρέους με αυτή τη λογική είναι ένα απατηλό όνειρο. Εδώ είναι και το κύριο σημείο της θεωρίας του Τζον Μέιναρντ Κέινς: αυτό μπορεί να συμβεί μόνο εάν το εισόδημα παραμείνει το ίδιο. Οι Ελληνες δεν έχουν καταφέρει να πουλήσουν περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες στους ξένους (τα τελευταία διατιθέμενα στοιχεία δείχνουν το σύνολο εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών να μειώνεται παρά τη δραματική αύξηση τουριστικής δραστηριότητας) απ’ ό,τι τους πληρώνουν για την εξυπηρέτηση του χρέους. Ετσι με την εγχώρια ζήτηση να μειώνεται, τις εξαγωγές να μη δείχνουν ανάκαμψη, την ανεργία να παραμένει σε υψηλό επίπεδο, το χρέος δεν αποπληρώνεται.

Η πιθανότητα να διογκωθούν περαιτέρω οι αναλογίες χρέους προς το εισόδημα αυξάνεται ακόμη περισσότερο εξαιτίας των επιτοκίων για τον εξωτερικό δανεισμό παρά τη μεγάλη μείωσή τους. Η δυνατότητα μετακύλισης του χρέους που ωριμάζει με χαμηλά επιτόκια είναι σημαντική και επιτρέπει στην Ελλάδα να ανταποκρίνεται στις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της. Αλλά ένας δεύτερος παράγοντας είναι ακόμη πιο σημαντικός: χρειάζεται να υπάρχει επαρκής αύξηση στην καθαρή εξωτερική ζήτηση για να αντισταθμιστεί το φορτίο του υφιστάμενου χρέους και να αυξηθεί το εισόδημα που θα χρησιμεύσει ως βάση για υψηλότερα κυβερνητικά έσοδα και εξόφληση του χρέους. Εάν αυτό δεν συμβεί, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να μπορεί να επωμιστεί ο δανειολήπτης (η Ελλάδα) τα κόστη εξυπηρέτησης και αποπληρωμής χρέους με το να προσπαθεί να συμπεριφέρεται περισσότερο ως πιστωτής, εκτός εάν οι πιστωτές της γίνουν περισσότερο σαν δανειολήπτες. Η επιτυχημένη αποπληρωμή του χρέους θα απαιτούσε τότε από τους Γερμανούς να συμπεριφέρονται σαν αυτούς που νομίζουν ότι είναι οι Ελληνες.

Χρειάζεται να γίνει αντιληπτή η αλληλοεξάρτηση των ισολογισμών και των ταμειακών ροών μεταξύ χωρών. Δεν είναι κατ’ ανάγκη τα συμπεριφοριστικά χαρακτηριστικά που εξηγούν τις διαφορές στην απόδοση μεταξύ της ελληνικής και της γερμανικής οικονομίας. Ως επί το πλείστον η απόδοση οφείλεται στον τρόπο που οι εσωτερικές οικονομικές πολιτικές προσδιορίζουν τη σχετική ελκυστικότητα της κατανάλωσης και των επενδύσεων σε κάθε χώρα. Μπορεί πραγματικά να ισχύει ότι οι πολιτικές των ξένων κυβερνήσεων αποτελούν κύριο καθοριστικό παράγοντα για την απόδοση μιας εθνικής οικονομίας. Ετσι η συμπεριφορά των πιστωτών είναι εξίσου σημαντική όσο οι πολιτικές των οφειλετών, εάν το χρέος πρόκειται να αναδιαρθρωθεί με ένα σταθερό επίπεδο εισοδήματος. Εάν οι πιστωτές της Ελλάδας θέλουν να εξοφληθούν, οι χώρες της Ευρωζώνης με θετικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έχουν την επιλογή να αυξήσουν σημαντικά τις εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών από την Ελλάδα (το οποίο δεν φαίνεται καθόλου πιθανό) ή να προωθήσουν μια συνεργατική λύση αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους με μια γενναία απομείωση της ονομαστικής του αξίας.

* Ο κ. Δημήτρης Παπαδημητρίου είναι πρόεδρος του Levy Economics Institute και καθηγητής Οικονομικών στο Bard College στη Νέα Υόρκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ