Αρίστος Δοξιάδης* ΑΡΙΣΤΟΣ ΔΟΞΙΑΔΗΣ*

Τι σημαίνει «τάξη στο τηλεοπτικό τοπίο»;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τ​​ώρα που ακυρώθηκε η διαδικασία του νόμου Παππά, και πριν συγκροτηθεί το ΕΣΡ, είναι καλή στιγμή να σκεφτούμε τη ρύθμιση της τηλεοπτικής αγοράς από μηδενική βάση, αρχίζοντας από το βασικό ερώτημα:

Γιατί πρέπει να υπάρχει ρύθμιση, με τη μορφή του περιορισμένου αριθμού αδειών ή με τη μορφή του μίνιμουμ μεγέθους των επιχειρήσεων; Στο κάτω κάτω, κανένας δεν λέει να υπάρχει κάτι αντίστοιχο στις εφημερίδες, που είναι επίσης σημαντικές για τη λειτουργία της δημοκρατίας, ούτε και στα τρόφιμα, που είναι πολύ πιο βασικό αγαθό για την ανθρώπινη ζωή.

Υπάρχουν τρεις κατηγορίες απαντήσεων. Η πρώτη είναι ότι το «φάσμα των συχνοτήτων» μπορεί να δεχτεί περιορισμένο αριθμό καναλιών. Πρέπει λοιπόν το κράτος να κατανείμει τις άδειες με κάποιο κριτήριο δημοσίου συμφέροντος. Το επιχείρημα ισχύει, αλλά έχει περιορισμένη σημασία. Ο αριθμός που επιτρέπει η σημερινή τεχνολογία είναι τουλάχιστο δέκα, και σε τρία χρόνια μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερος. Συνεπώς αυτό το σκεπτικό οδηγεί στο να δοθούν δέκα άδειες τώρα, και με πιθανότητα για περισσότερες στο μέλλον.

Αν ο μόνος λόγος περιορισμού του αριθμού είναι τεχνικός, οι σημερινές άδειες δεν θα πρέπει να δοθούν με την υπόσχεση της αποκλειστικότητας για δέκα χρόνια. Πρέπει σε λίγα χρόνια να δοθούν και άλλες. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να δοθούν με πλειοδοτικό διαγωνισμό, γιατί οι επιχειρηματίες δεν θα γνωρίζουν τι ανταγωνισμό θα έχουν λίγο αργότερα. Αν το κράτος θεωρεί ότι πρέπει να έχει έσοδα επειδή παρέχει προνόμιο, είναι καλύτερο να επιβάλει έναν ειδικό ετήσιο φόρο, που θα μειώνεται για κάθε πάροχο όσο αυξάνεται ο αριθμός των παρόχων.

Η δεύτερη απάντηση είναι αυτή που έδωσε η κυβέρνηση για να περιορίσει τις άδειες σε τέσσερις (αφού κατέπεσε το επιχείρημα του τεχνικού περιορισμού για τον ίδιο αριθμό): ότι η διαφημιστική αγορά δεν μπορεί να στηρίξει περισσότερες. Το σκεπτικό αυτό είναι πολλαπλά προβληματικό. Πρώτον, η τεχνολογία αλλάζει διαρκώς και μειώνει το κόστος λειτουργίας των καναλιών. Κανένα ΕΣΡ και κανένας υπουργός δεν μπορεί να εκτιμήσει σε βάθος χρόνου πόσα έσοδα χρειάζεται ένα βιώσιμο κανάλι. Δεύτερον, η φροντίδα για οικονομική βιωσιμότητα δεν συνάδει με πλειοδοτικό διαγωνισμό, που επιβαρύνει τον ισολογισμό των επιχειρήσεων από την αρχή. Αντίθετα, δημιουργεί τον γνωστό κίνδυνο του winners’ curse, δηλαδή να πάρουν τις άδειες όσοι υπερεκτίμησαν τα μελλοντικά κέρδη του καναλιού τους και έτσι να βρεθούμε με τις λιγότερο υγιείς επιχειρήσεις πριν καν λειτουργήσουν. Τρίτον, δεν συνάδει με το (πολύ υψηλό) ελάχιστο όριο εργαζομένων που έθεσε ο νόμος Παππά. Η βιωσιμότητα εξασφαλίζεται μόνον αν αφήσεις τις επιχειρήσεις να επιλέξουν πώς θα οργανώσουν την παραγωγή τους.

Με άλλα λόγια, η δικαιολογία της βιωσιμότητας έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το περιεχόμενο του νόμου. Η διαδικασία και οι προδιαγραφές θα έστεκαν μόνο αν, έχοντας σχεδιάσει να δοθούν όσες άδειες επιτρέπει η τεχνολογία, τα προσδοκώμενα κέρδη των καναλιών ήταν υψηλά, οπότε το Δημόσιο εύλογα θα μετείχε σε αυτά μέσω μιας δημοπρασίας.

Τρίτο επιχείρημα είναι ο έλεγχος της διαπλοκής. Ούτε αυτό συνάδει όμως με την επιλογή για έναν μικρό και κλειστό αριθμό αδειών. Είναι προφανές ότι η εξουσία του κάθε καναλάρχη ενισχύεται όσο λιγότερους ανταγωνιστές έχει. Δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγουμε τον κίνδυνο ότι τα κανάλια θα επηρεάζουν την κοινή γνώμη για ιδιοτελείς σκοπούς, αλλά ο μόνος τρόπος να τον ελαττώσουμε είναι να αυξηθούν τα κανάλια.

Να ανταγωνίζονται εκφράζοντας διαφορετικές οπτικές, ιδεολογίες και συμφέροντα, παράλληλα με την υποχρέωση να τηρούν ορισμένους κανόνες δεοντολογίας. Επιπλέον, ο κίνδυνος της διαπλοκής αυξάνεται με τη διαδικασία της δημοπρασίας, αφού όποιος ελπίζει να κερδίσει μεγάλες συμβάσεις δημοσίων έργων είναι σε θέση να προσφέρει πολύ μεγαλύτερο τίμημα από αυτόν που ελπίζει να έχει κέρδος μόνο από την τηλεοπτική επιχείρησή του.

Τι προτείνει, λοιπόν, ένας απλός οικονομολόγος για να μπει τάξη στο τηλεοπτικό τοπίο; Να προκηρυχθεί διαδικασία για (περίπου) δέκα άδειες πανελλαδικής εμβέλειας, που θα έχουν δεκαετή διάρκεια. Για να είναι επιλέξιμοι οι πάροχοι, θα δεσμευτούν ότι θα προσφέρουν ένα μίνιμουμ πρωτότυπου περιεχομένου, που περιλαμβάνει και ενημέρωση. Η δέσμευση θα εξασφαλίζεται με εγγυητική επιστολή. Η διαδικασία παραγωγής και η σύνθεση προσωπικού είναι δικό τους θέμα. Αν παρουσιαστούν περισσότεροι από δέκα, θα επιλεγούν με μια δημοπρασία σωστά σχεδιασμένη για να αποφύγουμε το winners’ curse – υπάρχουν τρόποι. Οι προσφορές δεν θα είναι για εφάπαξ ποσό, αλλά για ένα ποσοστό των εσόδων κάθε χρόνο. Ετσι, θα μπορούν να δοθούν κι άλλες άδειες αργότερα, χωρίς να αυξηθεί υπερβολικά το ρίσκο της πρώτης ομάδας. Οι πολλές και υγιείς επιχειρήσεις είναι και η πιο σταθερή πηγή δημοσίων εσόδων, που θα είναι πολλαπλάσια από τα 250 εκατ. για δέκα χρόνια. Αυτό το σχέδιο, νομίζω, είναι επαρκής «τάξη» ως προς την αδειοδότηση και τους αριθμούς.

Η τηλεοπτική ενημέρωση, τα ντοκιμαντέρ, οι σειρές, η ψυχαγωγία είναι συστατικά στοιχεία της κοινωνίας μας, και έχουμε όλοι συμφέρον να προσφέρονται από τα κανάλια με ποιότητα και πολυμορφία. Ας σκεφτούν, λοιπόν, πιο προσεκτικά οι αρμόδιοι στον επόμενο γύρο.

*Ο κ. Αρίστος Δοξιάδης είναι εταίρος στην εταιρεία Επιχειρηματικών Συμμετοχών Openfund.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ