Κώστας Ιορδανίδης ΚΩΣΤΑΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ

Αμερικανικά παράδοξα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​υποψήφια των Δημοκρατικών για το προεδρικό αξίωμα των ΗΠΑ κ. Χίλαρι Κλίντον δραστηριοποιήθηκε πολιτικώς το 1964 ως ακτιβίστρια του υπερσυντηρητικού Ρεπουμπλικανού υποψηφίου Μπάρι Γκολντγουότερ. Υπέστη έκτοτε πολιτική μετάλλαξη. Αλλά η τύχη τα έφερε να αναμετράται σήμερα με τον δεξιό Ρεπουμπλικανό κ. Ντόναλντ Τραμπ.

Δεν πρόκειται για μοναδικό φαινόμενο πολιτικής ανακυκλώσεως. Στη χειραφετημένη Γαλλία, ο κ. Ζακ Σιράκ στα χρόνια της νεότητός του πουλούσε στους παρισινούς δρόμους την κομμουνιστική εφημερίδα «Ουμανιτέ». Ανεδείχθη σε συντηρητικό πρόεδρο της χώρας του. Ο Φρανσουά Μιτεράν ως νέος συνεργάσθηκε με την κυβέρνηση του Βισί και στη συνέχεια εξελέγη ηγέτης των Σοσιαλιστών και πρόεδρος της Γαλλίας.

Ανατροπές αυτού του είδους συμβαίνουν στην πολιτική· αποτελούν στοιχείο της γοητείας της και ίσως της παθογένειάς της.

Η τραχύτητα της αντιπαραθέσεως των δύο υποψηφίων για το προεδρικό αξίωμα των ΗΠΑ, καθ’ όσον αφορά στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας, αποτελεί εκδήλωση –κατ’ ορισμένους– εκπτώσεως του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.

Ανθρωποκτόνος, όμως, είναι η κομματική σύγκρουση παντού και η εκτροπή από τις συμβατικές διαδικασίες διαδοχής στην εξουσία τείνει να καταστεί κανόνας.

Ενα σημείο, ωστόσο, στην προεκλογική συμπεριφορά της κ. Κλίντον έχει ευρύτερο ενδιαφέρον και αφορά, όπως επεσήμανε ο αντίπαλός της κ. Τραμπ, στη «δαιμονοποίηση» του Ρώσου προέδρου κ. Βλαντιμίρ Πούτιν, σε συνδυασμό με την εκτίμησή του ότι η πολιτική που έχει εξαγγείλει η αντίπαλός του στο θέμα της Συρίας «θα οδηγήσει σε έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο», πυρηνικό αυτή τη φορά.

Θα ήταν ένδειξη υπεροψίας και επιπολαιότητος εάν η στήλη αυτή επιχειρούσε να σταθμίσει τη βασιμότητα των ανησυχιών του κ. Τραμπ. Αλλά ένα είναι το βέβαιον, όπως προκύπτει από την αμερικανική ιστορία, όλα αυτά τα χρόνια. Οτι οι Δημοκρατικοί στην εξουσία επιδεικνύουν νευρικότητα κατά την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, ωσάν να διεκδικούν πιστοποιητικά πατριωτισμού και εθνικοφροσύνης.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι Σοβιετικοί προτιμούσαν να διαπραγματεύονται με Ρεπουμπλικανούς προέδρους τις μειώσεις των πυρηνικών.

Ούτε ασφαλώς ότι οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Ερυθρά Κίνα αποκατεστάθησαν επί της προεδρίας του Ρίτσαρντ Νίξον, που επίσης ετερμάτισε τον πόλεμο στο Βιετνάμ.

Δεν είχαν οι Ρεπουμπλικανοί άγνοια του σοβιετικού κινδύνου και ούτε είναι, φυσικά, τυχαίο ότι η ΕΣΣΔ κατέρρευσε επί του Ρόναλντ Ρέιγκαν, που θέτοντας σε εφαρμογή πρόγραμμα χολιγουντιανής εμπνεύσεως –τον Πόλεμο των Αστρων– ώθησε τους Σοβιετικούς σε έναν ολέθριο ανταγωνισμό και συνετρίβη η «Αυτοκρατορία του κακού» δίχως να πέσει πυροβολισμός.

Υπάρχει και μία άλλη αβλεψία πολιτική από την πλευρά της κ. Κλίντον. Ο κ. Τραμπ, ως εκφραστής της νέας Δεξιάς, και αντίστοιχα η κ. Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία δεν δίδουν τη μάχη τους εναντίον του διεθνούς κομμουνισμού που έχει καταρρεύσει, αλλά υπέρ της ανακτήσεως της εθνικής κυριαρχίας, που εκχωρήθηκε, όπως υποστηρίζουν, σε μία διεθνή γραφειοκρατία και οικονομική ολιγαρχία.

Η ριζοσπαστική Δεξιά λειτουργεί πλέον ως δύναμη ανατροπής, η Αριστερά δεν υφίσταται παρά ως αναχρονισμός, πρόθυμη να συμβιβασθεί με τη νέα τάξη πραγμάτων.

Η κ. Κλίντον ανήκει από την άποψη αυτή στο παρελθόν, αλλά και το ενδεχόμενο ανόδου του κ. Τραμπ στη εξουσία προκαλεί τον τρόμο του αγνώστου. Τα υπόλοιπα είναι μάλλον ως εκ του περισσού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ