ΕΛΛΑΔΑ

Η απόπειρα παραπομπής Καραμανλή

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ*

«Σκεφθήκατε ποτέ την οδύνη που εδοκίμασα το πρωινό που τα ξένα ραδιόφωνα μετέδιδαν την είδηση ότι η ελληνική Βουλή απεφάσισε την παραπομπήν μου και μάλιστα για πράξεις ατιμωτικές; [...] Θα προτιμούσα δέκα φορές να με είχαν δολοφονήσει», έγραφε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, από το Παρίσι, στον Κωνσταντίνο Τσάτσο, στις 5 Οκτωβρίου 1966, αναφερόμενος σε ένα γεγονός που δεν λησμόνησε –και δεν συγχώρησε– μέχρι το τέλος της ζωής του.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Το 1965 δεν είχε ξεκινήσει ευοίωνο για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. Η διογκούμενη όξυνση των παθών δεν προμήνυε θετικές εξελίξεις. Η μετωπική αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου και στην αξιωματική αντιπολίτευση της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενωσης (ΕΡΕ) αποκτούσε σταδιακά χαρακτήρα ανοικτής και ανεξέλεγκτης σύγκρουσης. Η έλλειψη συνοχής και οι έριδες στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος περιέπλεκαν ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Η αναμόχλευση υποθέσεων του παρελθόντος θα αποδεικνυόταν η χειρότερη δυνατή τακτική για τη συνεννόηση ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις εν όψει της κρίσης που θα κορυφωνόταν το καλοκαίρι του ίδιου έτους.

Η πρόταση της ΕΔΑ, η αντίδραση της ΕΡΕ

Στις 22 Ιανουαρίου 1965 η Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ) κατέθεσε στη Βουλή πρόταση για την παραπομπή στο ειδικό δικαστήριο του πρώην πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος από το τέλος του 1963 είχε αποσυρθεί από την πολιτική και βρισκόταν αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Η κατηγορία που του προσαπτόταν ήταν ότι είχε εκούσια βλάψει το δημόσιο συμφέρον λόγω διαχειριστικών ανωμαλιών που –σύμφωνα με την πρόταση– είχαν διαπιστωθεί στη λειτουργία της ΔΕΗ την περίοδο 1955-1961.

Ειδικότερα, οι καταγγελίες εντοπίζονταν στη διαχείριση των γαλλικών πιστώσεων για την κατασκευή του υδροηλεκτρικού έργου του Μέγδοβα (Ταυρωπού), στο περιεχόμενο της σύμβασης για την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στη γαλλικών συμφερόντων βιομηχανία αλουμινίου (Πεσινέ) και στη διαδικασία επιλογής –κατόπιν διεθνούς διαγωνισμού– του κατασκευαστή του φράγματος Κρεμαστών Αχελώου. Εκτός από τον Καραμανλή, οι ίδιες κατηγορίες αποδίδονταν και σε πέντε μέλη των κυβερνήσεών του που την επίμαχη περίοδο είχαν αναλάβει τα χαρτοφυλάκια των υπουργείων Βιομηχανίας και Συντονισμού (Νικόλαο Μάρτη, Παναγή Παπαληγούρα, Αριστείδη Πρωτοπαπαδάκη, Δημήτριο Χέλμη και Λεωνίδα Μπουρνιά).

Οπως ήταν αναμενόμενο, η κατάθεση της πρότασης της ΕΔΑ προκάλεσε την άμεση αντίδραση της ΕΡΕ, η οποία κατήγγειλε ότι η ανακίνηση της υπόθεσης της ΔΕΗ αφενός αποτελούσε προσπάθεια σπίλωσης του ιδρυτή του κόμματος και επιφανών στελεχών του και αφετέρου αποσκοπούσε στη δημιουργία αντιπερισπασμού από άλλα μείζονα ζητήματα, όπως το Κυπριακό. Αιχμές αφήνονταν εμμέσως για ενδεχόμενη παρασκηνιακή συνεννόηση Ενωσης Κέντρου και ΕΔΑ, με σκοπό να πληγεί η ΕΡΕ. Εξάλλου, ο αρχηγός της ΕΡΕ Παναγιώτης Κανελλόπουλος συνέδεσε ευθέως την επιλογή του χρόνου υποβολής της πρότασης με τη συζήτηση που ο ίδιος είχε ζητήσει να διεξαχθεί στη Βουλή με θέμα την αδράνεια της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου έναντι του υποτιθέμενου «κομμουνιστικού κινδύνου».

Η συζήτηση της πρότασης στη Βουλή ξεκίνησε στις 29 Ιανουαρίου 1965 και συνεχίστηκε επί μία εβδομάδα. Σημαντικό πλήγμα για την αξιοπιστία της πρότασης παραπομπής αποτέλεσε ευθύς εξαρχής η παραδοχή των κατηγόρων της ΕΔΑ ότι το όνομα του Μπουρνιά είχε συμπεριληφθεί «εκ παραδρομής» στην πρότασή τους και ότι κατά συνέπεια δεν ετίθετο θέμα δίωξής του...

Από την πλευρά τους, ο αρχηγός και οι βουλευτές της ΕΡΕ όχι μόνο προσπάθησαν να αντικρούσουν τις κατηγορίες που διατυπώθηκαν από την πλευρά της ΕΔΑ, αλλά επιπλέον υποστήριξαν βάσιμα ότι τα αδικήματα είχαν παραγραφεί, άποψη με την οποία συντάχθηκε και ο αρχηγός του Κόμματος των Προοδευτικών Σπύρος Μαρκεζίνης. Το ζήτημα της παραγραφής χρησιμοποιήθηκε από την ΕΡΕ ως απόδειξη ότι η πρόταση παραπομπής δεν είχε ουσιαστικό περιεχόμενο, αλλά ότι αντίθετα συνιστούσε απλώς προσπάθεια συκοφάντησης και πολιτικού διωγμού, καθώς ήταν βέβαιο ότι η υπόθεση δεν θα έφθανε ποτέ στο ειδικό δικαστήριο κι έτσι οι κατηγορούμενοι θα στερούνταν του δικαιώματος να αποδείξουν την αθωότητά τους.

Υπερψήφιση, με απώλειες για την Ενωση Κέντρου

Κρίσιμη σημασία για την εξέλιξη της διαδικασίας είχε η στάση που θα τηρούσε η Ενωση Κέντρου, καθώς η ΕΔΑ, διαθέτοντας μόλις 22 έδρες στη Βουλή, δεν ήταν σε θέση από μόνη της να επιβάλει τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης. Για τον Παπανδρέου, η προοπτική δίωξης του Καραμανλή παρουσιαζόταν ως σημαντική ευκαιρία προκειμένου να επιτύχει την επανασυσπείρωση του κόμματός του, στο οποίο είχαν ήδη καταστεί αισθητές ισχυρές φυγόκεντρες τάσεις.

Με αυτά τα δεδομένα, στην αγόρευσή του στη Βουλή όχι μόνο δεν απέκρουσε την πρόταση της ΕΔΑ, αλλά αντίθετα εμμέσως ενθάρρυνε τα μέλη της Ενωσης Κέντρου να την υπερψηφίσουν, εξηγώντας ότι το θέμα ήταν ηθικό και δικαστικό, και όχι πολιτικό, και κατά συνέπεια η απόφαση έπρεπε να αφεθεί στην «ελεύθερη δικαστική συνείδηση» κάθε βουλευτή.

Επρόκειτο για μεγάλο τακτικό λάθος, το οποίο αποδείχθηκε στη μυστική ψηφοφορία που διεξάχθηκε στη Βουλή στις 5 Φεβρουαρίου 1965 για την έγκριση ή την απόρριψη της παραπομπής. Η πλειοψηφία των βουλευτών της Ενωσης Κέντρου συντάχθηκε με την πρόταση της ΕΔΑ, επιτρέποντας έτσι την παραπομπή των Καραμανλή, Παπαληγούρα και Μάρτη, όχι όμως και των Πρωτοπαπαδάκη και Χέλμη, καθώς γι’ αυτούς τους δύο δεν συγκεντρώθηκε ο απαραίτητος αριθμός ψήφων (ο Μπουρνιάς είχε ήδη απαλλαγεί από κάθε κατηγορία). Οπως προέκυπτε από το αποτέλεσμα της καταμέτρησης των ψήφων, πάνω από 25 βουλευτές της Ενωσης Κέντρου είχαν ταχθεί κατά της παραπομπής. Το ρήγμα στην κυβερνητική πλειοψηφία ήταν βαθύ και καθίστατο ακόμα σημαντικότερο, δεδομένου ότι οι περισσότεροι από τους καταψηφίσαντες βουλευτές της Ενωσης Κέντρου ανήκαν στη σφαίρα επιρροής του υπουργού Οικονομικών Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, επίδοξου διαδόχου του Παπανδρέου στην ηγεσία του κόμματος. Εκτός από τον Μητσοτάκη, θέση υπέρ της παραγραφής και εναντίον της συνέχισης της συζήτησης του θέματος της παραπομπής έλαβαν και άλλα σημαίνοντα στελέχη της Ενωσης Κέντρου, όπως ο πρόεδρος της Βουλής Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας, και οι υπουργοί Στέφανος Στεφανόπουλος, Σταύρος Κωστόπουλος, Πέτρος Γαρουφαλιάς και Δημήτριος Παπασπύρου.

Με βάση την απόφαση για την παραπομπή του Καραμανλή και των δύο υπουργών του, η Βουλή προχώρησε στη σύσταση ειδικής ανακριτικής επιτροπής, αποτελούμενης από 12 βουλευτές (επτά προερχόμενων από την Ενωση Κέντρου, τεσσάρων από την ΕΡΕ και ενός από την ΕΔΑ). Η επιτροπή, αφού διεξήγε τις απαραίτητες ανακρίσεις, θα αποφάσιζε εάν συνέτρεχε πράγματι λόγος παραπομπής των κατηγορουμένων.

Ωστόσο, το έργο της στιγματίστηκε όχι μόνο από τις αντεγκλήσεις των μελών της, αλλά εξίσου από τη χρονική παρέλκυση της διαδικασίας, κυρίως με ευθύνη των κυβερνητικών βουλευτών. Σε αυτή την τακτική, τόσο οι ιθύνοντες της ΕΡΕ όσο και ο ίδιος ο Καραμανλής διέβλεψαν την πρόθεση της Ενωσης Κέντρου να μην προχωρήσει στη δικαστική εκκαθάριση της υπόθεσης, αλλά αντίθετα να παρατείνει σκόπιμα την εκκρεμότητα.

Ο Γ. Παπανδρέου υπέρ της παραγραφής του αδικήματος

Οι εργασίες της ανακριτικής επιτροπής τερματίστηκαν στις 29 Μαΐου 1965. Στις 3 Ιουνίου υποβλήθηκε το πόρισμά της, το οποίο απαρτιζόταν από δύο χωριστές εκθέσεις: μία της πλειοψηφίας των βουλευτών της Ενωσης Κέντρου και της ΕΔΑ, και μία της μειοψηφίας των βουλευτών της ΕΡΕ. Βάσει της πρώτης έκθεσης, προτεινόταν η παραπομπή στο ειδικό δικαστήριο των Καραμανλή, Παπαληγούρα και Μάρτη. Αντίθετα, η έκθεση της μειοψηφίας κατέληγε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε καμία ένδειξη για την ενοχή των εγκαλούμενων πολιτικών προσώπων, τα οποία κατά συνέπεια έπρεπε να απαλλαγούν από κάθε κατηγορία.

Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση είχε βρεθεί εγκλωβισμένη σε ένα αδιέξοδο, το οποίο η ίδια είχε δημιουργήσει στον εαυτό της. Παρά την πρόταση υπέρ της παραπομπής, ήταν φανερό ότι η έκθεση της πλειοψηφίας της ανακριτικής επιτροπής δεν ήταν στέρεα θεμελιωμένη, καθώς δεν είχαν προκύψει στοιχεία που να δικαιολογούν την παραπομπή. Εξάλλου, όπως είχε αποδείξει η ψηφοφορία της 5ης Φεβρουαρίου, η στάση που θα τηρούσαν οι βουλευτές της Ενωσης Κέντρου κάθε άλλο παρά δεδομένη μπορούσε να θεωρηθεί. Ηταν, επομένως, αμφίβολο εάν η εισήγηση περί παραπομπής θα συγκέντρωνε την απαραίτητη πλειοψηφία στη Βουλή.

Ακόμα, όμως, κι αν αυτό συνέβαινε, ήταν σχεδόν βέβαιο ότι οι κατηγορίες θα κατέπιπταν στο ειδικό δικαστήριο, εξέλιξη που ασφαλώς ήταν απευκταία για την κυβέρνηση, διότι θα την εμφάνιζε να έχει διαβάλει τους πολιτικούς της αντιπάλους χωρίς να διαθέτει ανάλογες αποδείξεις προκειμένου να στηρίξει τις βαρύτατες μομφές που τους είχε αποδώσει.

Η λύση στον γόρδιο δεσμό αναζητήθηκε σε έναν τακτικιστικό ελιγμό: την ανάσυρση του εμποδίου της παραγραφής. Το ζήτημα συζητήθηκε στη Βουλή στις 17 Ιουνίου. Μία ημέρα νωρίτερα ο Παπανδρέου τάχθηκε υπέρ της παραγραφής: η πραγματοποίηση στροφής 180 μοιρών σε σχέση με όσα είχε υποστηρίξει δημόσια τον περασμένο Φεβρουάριο, επέφερε καίριο πλήγμα στην αξιοπιστία τόσο του ίδιου όσο και της κυβέρνησής του.

Η ΕΡΕ δεν συμμετείχε στην ψηφοφορία, καταγγέλλοντας τη μεθόδευση, η οποία δεν επέτρεπε στους κατηγορουμένους να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους ενώπιον του φυσικού τους δικαστή. Τελικά, με τις ψήφους της Ενωσης Κέντρου, η Βουλή δέχθηκε την πρόταση της παραγραφής.

Ωστόσο, η αλλαγή στάσης του Παπανδρέου κόστισε στην κυβερνητική πλειοψηφία: οι περισσότεροι από τους βουλευτές της Ενωσης Κέντρου συντάχθηκαν με τον αρχηγό τους, όμως 27 διαφοροποιήθηκαν και ψήφισαν εναντίον της παραγραφής. Το πλήγμα στην κομματική συνοχή ήταν βαρύτατο, αποδεικνύοντας για ακόμα μία φορά ότι η σταθερότητα της κυβέρνησης δεν μπορούσε να θεωρείται δεδομένη. Αλλωστε, αν και για άλλους λόγους, αυτό έμελλε σε λίγο να αποδειχθεί.

*Ο κ. Αντώνης Κλάψης διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ