ΕΛΛΑΔΑ

Αγνωστες λεπτομέρειες που έκριναν την απόφαση του ΣτΕ

ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΝΔΡΟΥ

Σύμφωνα με δικαστικές πηγές, αν προχωρήσει η λύση νομοθετικής πρωτοβουλίας για παροχή προσωρινών αδειών, ενδέχεται να ανοίξει νέος κύκλος δικαστικών εκκρεμοτήτων, με τον κίνδυνο να κριθεί και αυτή η διαδικασία αντισυνταγματική.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μία από τις πλέον εμβληματικές επιλογές της κυβέρνησης, η οποία είχε αναχθεί σε προτεραιότητα στη μάχη της κατά της διαπλοκής, υπέστη ισχυρότατο πλήγμα από την ξεκάθαρη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που κήρυξε κατά πλειοψηφία αντισυνταγματικό τον νόμο για τις τηλεοπτικές άδειες. Το ανώτατο δικαστήριο, με παγία θεσμική παράδοση και μέσα σε κλίμα τεταμένο και βαρύ, λόγω χειρισμών δικαστικών και κυβερνητικών παραγόντων το τελευταίο διάστημα, αποφάσισε πως η ανάθεση της αρμοδιότητας για την αδειοδότηση των καναλιών στον αρμόδιο υπουργό, κατά παράκαμψη του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου, υπήρξε νομοθετική επιλογή αντισυνταγματικού χαρακτήρα.

Παρά τις μακρές διεργασίες και το παρασκήνιο που επί ημέρες υπήρξε έντονο, με την επεξεργασία νομικών λύσεων και εκδοχών απόφασης, το δικαστήριο υιοθέτησε τελικώς την πλέον σκληρή γραμμή τινάζοντας τον νόμο και τη διαγωνιστική διαδικασία για τις τηλεοπτικές άδειες στον αέρα. Η πλειοψηφία αντισυνταγματικότητας, που τελικώς σφράγισε την απόφαση της Ολομέλειας, είχε διαφανεί από προγενέστερες διασκέψεις.

Τότε, που στο τραπέζι έπεσαν νομικές εκδοχές που θα μπορούσαν να προσφερθούν ως ενδιάμεσες λύσεις, δίδοντας δυνατότητες πολιτικής διαχείρισης στην κυβέρνηση.

Ομως οι όποιες προσπάθειες προσέκρουσαν, σύμφωνα με πληροφορίες, στην αδυναμία νομικής τεκμηρίωσης μιας τέτοιας ενδιάμεσης λύσης, με αποτέλεσμα η εν λόγω πρόταση να μην τεθεί ποτέ σε ψηφοφορία.

Αντίθετα, το δίλημμα συνταγματικότητα - αντισυνταγματικότητα, που ήταν κυρίαρχο από την αρχή αυτής της δικαστικής κρίσης, τελικά απεδείχθη και το μόνο που καθόρισε την τελική απόφαση. Οι ανώτατοι δικαστικοί που προσχώρησαν στην θέση της αντισυνταγματικότητας του νόμου δεν δέχθηκαν τις συμβιβαστικές προτάσεις για παροχή κάποιας προθεσμίας για θεραπεία και βελτίωση των διαδικασιών του νόμου συγκεντρώνοντας πλειοψηφία 14 δικαστών.

Αντίθετα, οι υπέρμαχοι της συνταγματικότητας συγκέντρωσαν 11 ψήφους, ενώ μια πρόταση που έπεσε στο τραπέζι από τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, κ. Νίκο Σακελλαρίου, να εκδώσει το δικαστήριο προδικαστική απόφαση και σε ένα μήνα να επανέλθει για οριστική κρίση, δεν είχε αποδέκτες παρά μόνον τρεις ανώτατους δικαστές. Η ευθεία παραβίαση του Συντάγματος στο θέμα των αρμοδιοτήτων του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου που αποκρούστηκε με τη δικαστική απόφαση και προγενέστερες αποφάσεις του ανωτάτου δικαστηρίου, που είχαν κρίνει ότι μόνον το ΕΡΣ μπορεί να αδειοδοτεί τα κανάλια, δεν άφησαν περιθώρια πολλών ελιγμών στους ανώτατους δικαστές. Επίσης, το κλίμα πόλωσης που είχε επικρατήσει τελευταία αποθάρρυνε συναινετικές προσεγγίσεις για την αναζήτηση ενδιάμεσων λύσεων.

Απόφαση-τορπίλη

Με αυτά τα δεδομένα η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ χαρακτηρίζεται από δικαστικές πηγές «τορπίλη» μιας και κατεδάφισε τον νόμο που ανέθεσε στον υπουργό Επικρατείας την αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών, παρακάμπτοντας το ΕΣΡ, συμπαρασύροντας παράλληλα και τη διαγωνιστική διαδικασία, με αποτέλεσμα οι άδειες που δόθηκαν στους υπερθεματιστές να μην έχουν πλέον καμία ισχύ. Η απόφαση είχε επίσης ως αυτονόητη συνέπεια πως στο εξής μόνον το ΕΣΡ μπορεί να δώσει άδειες στα κανάλια και κανένας άλλος, στερώντας από την κυβέρνηση τη δυνατότητα διορθωτικών κινήσεων.

Με την κατεδάφιση, δε, της διαγωνιστικής διαδικασίας και την αχρήστευση των αδειών που δόθηκαν από την απόφαση του ΣτΕ, προκύπτουν θέματα με τα χρήματα που έχουν καταβάλει οι υπερθεματιστές. Το μόνο που μένει «ζωντανό» από το νομοθετικό πλαίσιο της κυβέρνησης, είναι ο νόμος που προβλέπει τις προϋποθέσεις που πρέπει να συγκεντρώνει κάποιος για να διεκδικήσει άδεια. Με βάση αυτόν τον νόμο, η κυβέρνηση επιχείρησε τις πρώτες ώρες μετά την απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου να οργανώσει νομοθετική πρωτοβουλία για παροχή προσωρινών αδειών ή πιστοποιητικών για τους τηλεοπτικούς σταθμούς.

Δικαστικές πηγές εκτιμούν πως αν προχωρήσει αυτή η λύση, τότε ενδέχεται να ανοίξει νέος κύκλος δικαστικών εκκρεμοτήτων, με τον κίνδυνο να κριθεί –και αυτή η διαδικασία– αντισυνταγματική, σηματοδοτώντας νέα ήττα για το κυβερνητικό στρατόπεδο. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση για αντισυνταγματικότητα του νόμου Παππά ερμηνευόταν εύστοχα από δικαστική πηγή ως μονόδρομος. «Βάζει τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι» ανέφερε χαρακτηριστικά, για να δηλώσει πως αναπόφευκτα η μόνη λύση για τακτοποίηση του τηλεοπτικού τοπίου με όρους συνταγματικότητας είναι η συγκρότηση του ΕΣΡ.

Θέματα δημοκρατίας

Και ενώ οι αβεβαιότητες και οι αναταράξεις που έχουν προκύψει με αφορμή την απόφαση του ΣτΕ, όπως η διαχείριση του πολιτικού κόστους, απασχολούν έντονα το Μέγαρο Μαξίμου, οι σχέσεις της κυβέρνησης με το δικαστικό σώμα δοκιμάζονται σκληρά μία ακόμα φορά και το χάσμα στις σχέσεις τους διαρκώς μεγαλώνει. Η πρωτοφανής επίθεση που εξαπέλυσε η κυβερνητική εκπρόσωπος, Ολγα Γεροβασίλη, κατά του ΣτΕ, αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης, προκάλεσε τη μήνιν των δικαστικών ενώσεων, ενώ δικαστικοί όλων των βαθμίδων αδυνατούσαν να κατανοήσουν το μέγεθος της θεσμικής σύγχυσης από τις εν λόγω δηλώσεις.

Οι δικαστικές ενώσεις, και πρωτίστως η Ενωση των Δικαστών του ΣτΕ, έθεσαν ευθέως θέματα δημοκρατίας και σεβασμού στους θεσμούς κάνοντας λόγο για θεσμική άγνοια. Μάλιστα, οι δικαστές του ΣτΕ ξεκίνησαν την ανακοίνωσή τους θυμίζοντας το άρθρο ένα του Συντάγματος και αναφέροντας επί λέξει: «Το Συμβούλιο της Επικρατείας ανήκει στη δικαστική λειτουργία, η οποία, κατά το άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος, πηγάζει από τον λαό και ασκείται όπως ορίζει το Σύνταγμα» για να καταλήξουν στην παραίνεση για αυτοσυγκράτηση αλλά και για γνώση των βασικών αρχών του δημοκρατικού πολιτεύματος. «Κατά συνέπεια», τονίζουν στην ανακοίνωσή τους, «δημόσιος λόγος που αναφέρεται στην αποστολή και τον ρόλο του Δικαστηρίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ανωτέρω και να εκφέρεται με γνώση της εν γένει οργάνωσης και λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και των θεσμών επιδεικνύοντας τη δέουσα αυτοσυγκράτηση».

Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και οι λοιπές δικαστικές ενώσεις. Μέσα σε αυτή την κατάσταση η έρευνα που διατάχθηκε από τον επικεφαλής της Αρχής για τα προσωπικά δεδομένα, Κων. Μενουδάκο, για τη δημοσιοποίηση των προσωπικών δεδομένων αντιπροέδρου του ΣτΕ αποκτά πρόσθετη σημασία...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ