ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το παρασκήνιο της επιλογής Σακελλαρίου

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κομβικό πρόσωπο στο πολύμηνο δράμα που εκτυλίχθηκε με αφορμή την απόπειρα της κυβέρνησης να δημιουργήσει μία νέα τηλεοπτική τάξη πραγμάτων ήταν ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Νικόλαος Σακελλαρίου. Η επιλογή του κ. Σακελλαρίου για τη θέση πριν από έναν χρόνο είχε συνοδευτεί από σύνθετο παρασκήνιο.

Τις μέρες εκείνες, ο υπουργός Δικαιοσύνης Νίκος Παρασκευόπουλος είχε δεχθεί μία ασυνήθιστη επίσκεψη. Τέσσερις πρώην πρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας είχαν ζητήσει να τον δουν, με αφορμή το γεγονός ότι είχε ξεκινήσει το δικαστικό έτος και το ΣτΕ παρέμενε ακόμα ακέφαλο. Οι τέσσερις, συν ένας πέμπτος που δεν ήταν παρών, είχαν διαφωνήσει σε πολλά μεταξύ τους. Ηταν όμως στο ίδιο μήκος κύματος όσον αφορά τον λόγο της επίσκεψής τους στον υπουργό: την ανάγκη να αποτρέψουν την ανάληψη της προεδρίας του σώματος από τον κ. Σακελλαρίου.

Ο κ. Παρασκευόπουλος πρότεινε, τελικά, τον Δημοσθένη Πετρούλια. Το Μέγαρο Μαξίμου όμως προτίμησε τον κ. Σακελλαρίου.

Οι χειρισμοί του κ. Σακελλαρίου στην πολύκροτη υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών για πολλούς αποδεικνύουν ότι ήταν διορατικές οι προειδοποιήσεις των παλαιών προέδρων. Σύμφωνα με δικαστικές πηγές, τα προβλήματα ξεκίνησαν ήδη με την επιλογή του κ. Σακελλαρίου να συγκαλέσει έκτακτη ολομέλεια την περίοδο των διακοπών. Η σπουδή ήταν δικαιολογημένη, λόγω της ανάγκης να κριθεί ο νόμος Παππά πριν δημιουργηθούν τετελεσμένα. Ωστόσο, τα κριτήρια με τα οποία ο πρόεδρος επέλεξε τη σύνθεση που θα εκδίκαζε το θέμα θεωρήθηκαν από ορισμένους συμβούλους ότι δεν ήταν αντικειμενικά.

Οι μετέπειτα εξελίξεις, εν τω μεταξύ, ανέτρεψαν τη λογική της έκτακτης ολομέλειας. Η πρώτη διάσκεψη για τον νόμο Παππά ορίστηκε για τις 30 Σεπτεμβρίου – μετά το πέρας των διακοπών και (κρίσιμα) μετά τη διενέργεια της δημοπρασίας στα τέλη Αυγούστου.

Η διάσκεψη εκείνη ματαιώθηκε, με το γραφείο του προέδρου να επικαλείται ως αιτία «το κλίμα» των ημερών. Ενας από τους κύριους λόγους, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», για την ένταση που προκλήθηκε εκείνη τη μέρα στη διάσκεψη των δικαστών ήταν ότι, σε μία πρωτοφανή κίνηση, η έκθεση του εισηγητή για την υπόθεση δεν είχε διανεμηθεί στους υπόλοιπους δικαστές. Η στάση του προέδρου και η στήριξη της ανακοίνωσής του από την ένωση των δικαστικών λειτουργών του ΣτΕ οδήγησαν σε παραίτηση από το όργανο δύο αντιπροέδρων του δικαστηρίου, της Κατερίνας Σακελλαροπούλου και του Χρήστου Ράμμου.

Ακολούθησαν επισκέψεις ανώτατων δικαστικών στο Μαξίμου, όπου συζητήθηκαν τα μισθολογικά του σώματος, καινοτόμες ιδέες για αύξηση των –συνταγματικά καθορισμένων– ορίων ηλικίας των ανώτατων λειτουργών της Θέμιδος και φυσικά η δυσώδης υπόθεση της δημοσίευσης προσωπικών δεδομένων αντιπροέδρου του ΣτΕ. Για να παραφράσουμε τον Ευάγγελο Βενιζέλο, ο προβληματισμός τόσο για την εσωτερική όσο και για την εξωτερική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είχε κορυφωθεί.

Δεδομένων και των ακραίων αντιδράσεων της κυβέρνησης στην ήττα της, αξίζει μία σύντομη αναδρομή στο παρελθόν, για να δούμε πώς έβλεπε το Συμβούλιο της Επικρατείας ο πρωθυπουργός που το ίδρυσε.

Παρουσιάζοντας το όραμά του για το ΣτΕ στις 30.4.1911, ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράμμιζε ότι «διά του θεσμού αυτού... όχι μόνον δεν ανατρέπομεν τας βάσεις του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος... αλλά τουναντίον ιδρύομεν μιαν νέαν αρχήν, διά της οποίας δυνάμεθα να ελπίσωμεν ότι η πολιτεία του δικαίου... θ’ αποβή παρ’ ημίν πράγματι τοιαύτη». Με άλλα λόγια, ο έλεγχος της συνταγματικότητας δεν αποτελεί «δικαστικό πραξικόπημα», αλλά θεμελιώδη προϋπόθεση του κράτους δικαίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ