ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα τρία σενάρια μετά τη συμφωνία επί... των διαφωνιών

ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΙΚΑΣ, ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

Eυκλείδης Τσακαλώτος και Γιώργος Χουλιαράκης θεωρούν πως πρέπει να τεθούν άμεσα οι όροι ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, ακόμα κι αν η εφαρμογή τους αφορά τα χρόνια μετά το τρίτο μνημόνιο, ώστε να έχει την κάλυψη που χρειάζεται η ΕΚΤ για να αγοράσει ελληνικά ομόλογα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τρία σενάρια υπάρχουν αυτή τη στιγμή για την επόμενη ημέρα της διαπραγμάτευσης. Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου επαφών μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών για τη δεύτερη αξιολόγηση, το βέβαιο είναι πως οι δύο πλευρές συμφώνησαν στο ότι διαφωνούν. Και μάλιστα διαφωνούν σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα για να κλείσει ο έλεγχος.

Από εδώ και στο εξής η Αθήνα έχει μπροστά της περίπου 15 ημέρες για να λάβει υπόψη της τις παρατηρήσεις της τρόικας και να καταγράψει πρόοδο κυρίως στο μέτωπο των εργασιακών, των δημοσιονομικών και της διασφάλισης της χρηματοδότησης του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης (ΚΕΑ). Εφόσον η επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου δεν ανατρέψει τον σχεδιασμό των θεσμών, οι εκπρόσωποί τους αναμένεται να επιστρέψουν στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου για να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση. Στο πλαίσιο αυτό, τα σενάρια που υπάρχουν είναι τρία:

Το «καλό»: Η κυβέρνηση έχει αξιοποιήσει το δεκαπενθήμερο των εξ αποστάσεως συνομιλιών και έχει σημειώσει επαρκή πρόοδο, ώστε οι από κοντά διαπραγματεύσεις να καταλήξουν σε συμφωνία για τα θέματα της δεύτερης αξιολόγησης έως τα τέλη Νοεμβρίου. Το Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου θα εγκρίνει τη συμφωνία αυτή και θα προχωρήσει η συζήτηση για το χρέος και τον ρόλο του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, με στόχο να κλείσουν όλα έως το τέλος του έτους. Αυτό είναι και το σχέδιο της κυβέρνησης.

Το «ενδιάμεσο»: Καταγράφεται πρόοδος στις συζητήσεις για την αξιολόγηση, αλλά αυτή δεν κλείνει έως τις αρχές Δεκεμβρίου. Οι θεσμοί κρίνουν ότι η Αθήνα δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις υποχρεώσεις της και η όλη διαδικασία που περιγράφηκε παραπάνω (αξιολόγηση, χρέος, ΔΝΤ) ολοκληρώνεται στο πρώτο δίμηνο του 2017. Στελέχη των δανειστών δεν αποκλείουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, δεδομένου του όγκου των δράσεων που πρέπει να φέρει εις πέρας η κυβέρνηση.

Το «κακό»: Αθήνα και δανειστές δεν μπορούν να βρουν κοινό τόπο για τα ανοικτά μέτωπα της αξιολόγησης και ο χρόνος ολοκλήρωσης της διαπραγμάτευσης εξαρτάται μία ακόμα φορά από την ταμειακή κατάσταση της χώρας. Ετσι, σύμφωνα με αρμόδια στελέχη, θα μπορούσε να διαρκέσει έως και το καλοκαίρι. Το σενάριο αυτό το «ξορκίζουν» όλοι, αλλά είναι υπαρκτό.

Σε ό,τι αφορά τις συζητήσεις της εβδομάδας που πέρασε, τρόικα και κυβέρνηση κατέγραψαν τις διαφωνίες τους τόσο στο μέτωπο των αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις, όσο και στα θέματα των δημοσιονομικών εξελίξεων και των «κόκκινων» δανείων. Ειδικότερα:

Δημοσιονομικά: Οι θεσμοί κατέστησαν σαφές ότι αμφισβητούν τις εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομικών για τον προϋπολογισμό του 2017, ενώ το οικονομικό επιτελείο επιμένει ότι οι στόχοι επιτυγχάνονται και υπερκαλύπτονται λόγω της υπεραπόδοσης των εσόδων που αντισταθμίζει άλλες αρνητικές συνέπειες. Το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δεν μπορεί να κλείσει, διότι η Αθήνα θέλει μείωση των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος από το 2019 και μετά και η Ευρωζώνη δεν το αποδέχεται. Επίσης, οι δανειστές θεωρούν ότι το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης (ΚΕΑ) δεν έχει διασφαλισμένη χρηματοδότηση ούτε για το 2017, ούτε για το 2018 και ζητούν νέα μέτρα (όπως η μείωση του αφορολόγητου ορίου στα 5.000 ευρώ). Η κυβέρνηση δεν συζητά κάτι τέτοιο, ενώ το οικονομικό επιτελείο υποστηρίζει ότι για το 2017 το ΚΕΑ χρηματοδοτείται από την υπεραπόδοση των εσόδων.

«Κόκκινα» δάνεια: Η διαπραγμάτευση για τα επίμαχα θέματα, που είναι το κατά πόσο θα «κουρεύονται» και οι οφειλές προς το Δημόσιο, εάν η διαδικασία της διαμεσολάβησης θα ακολουθείται τόσο για τις επιχειρήσεις με μεγάλα χρέη όσο και για μικρά χρέη, καθώς και ο χρόνος που θα είναι ανοιχτή η διαδικασία του εξωδικαστικού μηχανισμού, παραμένουν ανοιχτά και θα συζητηθούν το επόμενο δεκαήμερο. Στην άποψη του υπουργείου Οικονομίας, που τάσσεται υπέρ της γενικευμένης ρύθμισης για όσες επιχειρήσεις κριθούν βιώσιμες –άποψη που υποστηρίζουν και οι θεσμοί– αντιδρά η ΓΓΔΕ, η οποία απορρίπτει τη διαγραφή οφειλών που προέρχονται από παρακρατούμενους φόρους (ΦΠΑ, ΦΜΥ), αλλά και από την κύρια οφειλή, δηλαδή πριν από τα πρόστιμα και τις προσαυξήσεις. Αντικείμενο διαπραγμάτευσης αποτελεί ακόμα η διαδικασία, καθώς οι θεσμοί προκρίνουν ένα πρώτο ξεκαθάρισμα των επιχειρήσεων βάσει ενός αυτοματοποιημένου συστήματος κριτηρίων. Το υπουργείο Οικονομίας αντιπροτείνει ένα μεικτό σύστημα, που θα συνδυάζει την ηλεκτρονική αξιολόγηση αλλά με εμπλοκή μεσολαβητών στο δεύτερο στάδιο της διαδικασίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ