ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι παγίδες στον δρόμο προς το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δύσβατο και γεμάτο παγίδες είναι το μονοπάτι που οδηγεί την Ελλάδα στη συμμετοχή της στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – εξέλιξη που έχει αναδειχθεί σε υπέρτατο μεσοπρόθεσμο στόχο της κυβέρνησης.

Τη σημασία που αποδίδει η κυβέρνηση στην ένταξη της χώρας στο QE ανέδειξε ο ίδιος ο πρωθυπουργός, με συνέντευξή του προ ολίγων εβδομάδων στη Wall Street Journal. Στην ομιλία του στο συνέδριο του Fletcher School του πανεπιστημίου Tufts για την Ελλάδα, προ ημερών, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης τόνισε την ανάγκη να τεθούν άμεσα και ρητά οι όροι ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, ακόμα κι αν η εφαρμογή τους αφορά τα χρόνια μετά το τρίτο μνημόνιο, ώστε να έχει την κάλυψη που χρειάζεται η ΕΚΤ για να αγοράσει ελληνικά ομόλογα.

Στην ΕΚΤ θα ήθελαν την ταχύτερη δυνατή ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, συνοδευόμενη από το περίγραμμα της συμφωνίας για το χρέος, ώστε να πάρουν την απόφαση για την ένταξη της Ελλάδας που θα άνοιγε τον δρόμο για τη σταδιακή επιστροφή της στις αγορές. Ωστόσο, δύο ερωτήματα ρίχνουν βαριά τη σκιά τους πάνω από τις εξελίξεις στην έδρα της Ευρωτράπεζας. Το πρώτο αφορά την προσήλωση της Αθήνας στην ταχεία εφαρμογή των συμφωνηθέντων – το οικονομικό επιτελείο δίνει σήματα απαρέγκλιτης συμμόρφωσης, αλλά το ιστορικό της κυβέρνησης Τσίπρα δεν μπορεί παρά να γεννά σκεπτικισμό. Το δεύτερο αφορά τις προθέσεις της Γερμανίας – που διαμηνύει τελευταίως με κάθε ευκαιρία ότι η συζήτηση για το χρέος απέχει πολύ από τις προτεραιότητές της.

Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμα και κύκλοι της ΕΚΤ, που εκφράζουν αισιοδοξία για τις προθέσεις του κ. Τσίπρα και την προοπτική ένταξης στο QE στις αρχές του 2017, αναφέρουν ότι «θα χρειαστούν δύο αξιολογήσεις ακόμα» πριν επιχειρήσει η Αθήνα μια δοκιμαστική έξοδο στις αγορές, την οποία τοποθετούν στο τελευταίο τρίμηνο του 2017. Μάλιστα, πηγή της «Κ», που γνωρίζει πολύ καλά πρόσωπα και πράγματα στη Φρανκφούρτη και στο Βερολίνο, εκφράζει πολύ μεγαλύτερη απαισιοδοξία, θεωρώντας ότι τίποτα δεν θα γίνει για το χρέος πριν από τις γερμανικές εκλογές τον επόμενο Σεπτέμβριο.

Στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου στις 20 Οκτωβρίου, μετά τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, ο Μάριο Ντράγκι είπε ότι είναι «ακόμη πολύ νωρίς να μιλάμε για τη συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης». Ο Ιταλός κεντρικός τραπεζίτης πρόσθεσε ότι οι «συζητήσεις για τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους [της Ελλάδας] συνεχίζονται» και ότι όταν αυτές ολοκληρωθούν, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ θα προχωρήσει σε ανεξάρτητη ανάλυση βιωσιμότητας (DSA).

Η ελληνική πλευρά ελπίζει ότι η επισημοποίηση της πρόθεσης της ΕΚΤ να καταρτίσει –για πρώτη φορά– δικό της DSA είναι ένα θετικό δείγμα της βούλησής της να αυτονομηθεί από τους εταίρους της στην τρόικα όσον αφορά την επιλεξιμότητα των ελληνικών ομολόγων για το QE. Ωστόσο, όπως ανέφερε την περασμένη Κυριακή η «Κ», υπάρχουν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωτράπεζας που είναι απρόθυμα να συναινέσουν στην αγορά ελληνικών ομολόγων εάν το ΔΝΤ θεωρεί το χρέος μη βιώσιμο.

Εν τω μεταξύ, το QE είναι προγραμματισμένο να λήξει τον ερχόμενο Μάρτιο. Ο κ. Ντράγκι στη συνέντευξη Τύπου άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο παράτασης της ποσοτικής χαλάρωσης πέρα από τον μήνα αυτό, οπότε και είναι σχεδιασμένο να λήξει. Η πιο πιθανή ημερομηνία ανακοίνωσης της παράτασης, σύμφωνα με τον κ. Νίκελ της Teneo Intelligence, είναι η επόμενη συνάντηση του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας στις αρχές Δεκεμβρίου.

Η διάρκεια της παράτασης, εξηγεί ο Κάρστεν Νίκελ, θα εξαρτηθεί «από την ταχύτητα αύξησης του πληθωρισμού προς το όριο του 2% και το πώς θα γίνει δεκτή στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης». Το πρόβλημα της ανεπάρκειας επιλέξιμων ομολόγων, σύμφωνα με τον Νίκελ, θα αντιμετωπιστεί με τη χαλάρωση των περιορισμών στα ποσοστά αγορών ανά εκδότρια χώρα και ανά έκδοση. Υπενθυμίζεται ότι με τους σημερινούς όρους η δυνατότητα της ΕΚΤ να αγοράσει ελληνικά ομόλογα θα αυξηθεί σημαντικά μετά τον Απρίλιο, οπότε η Ελλάδα θα εξοφλήσει οφειλές προς την τράπεζα και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες του ευρωσυστήματος ύψους 1,4 δισ. ευρώ και ιδιαίτερα μετά τον Ιούλιο, όταν θα αποπληρωθούν ομόλογα ύψους 3,9 δισ. ευρώ.

Η κατανομή των αγορών ομολόγων βάσει του μεγέθους των οικονομιών των κρατών-μελών είναι «πολιτικά υπερβολικά ευαίσθητο μέτρο» και ο κ. Ντράγκι, «ήδη υπό στενή παρακολούθηση από τους Βόρειους», δεν θα θελήσει να την αγγίξει, σύμφωνα με τον Νίκελ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ