ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πέντε Γερμανοί Σοφοί και Deutsche Bank κατά Μάριο Ντράγκι

Ο Ντέιβιντ Φόλκερ Λαντάου της Deutsche Bank αποδίδει την καθυστέρηση των μεταρρυθμίσεων στην ευνοϊκή μεταχείριση της οποίας τυγχάνουν οι υπερχρεωμένες χώρες από τις αγορές ομολόγων, κυρίως από το 2012, οπότε η ΕΚΤ εξέφρασε την πρόθεση να προχωρήσει στο QE.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Επανέρχεται δριμύτερο το Βερολίνο στις επικρίσεις του κατά του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ (QE), με εκφραστές των θέσεών του αυτήν τη φορά την Deutsche Bank και την επιτροπή των Πέντε Σοφών οικονομικών συμβούλων της γερμανικής κυβέρνησης. Σε παράλληλες παρεμβάσεις τους, οι δύο ισχυροί παράγοντες της οικονομίας και της πολιτικής στη Γερμανία ζητούν τον τερματισμό του QE, με την Deutsche Bank να του επιρρίπτει την ευθύνη για τη λεγόμενη μεταρρυθμιστική κόπωση στην Ευρωζώνη.

Ο Ντέιβιντ Φόλκερ Λαντάου, επικεφαλής της ομάδας οικονομολόγων της Deutsche Bank, τοποθετεί το θέμα σε νέα βάση, δημοσιεύοντας έρευνά του που, όπως επισημαίνει το Bloomberg, αποτελεί λίβελλο κατά του επίμαχου προγράμματος, αν και έχει επιτύχει να ανακόψει την πορεία της Ευρωζώνης προς τον αποπληθωρισμό. Με τίτλο «Οι σκοτεινές πλευρές του QE», η εν λόγω έρευνα επαναλαμβάνει γνωστά επιχειρήματα κατά των μηνιαίων αγορών ομολόγων, όπως ότι έχει ως αποτέλεσμα να χάσουν τη λειτουργία τους οι τιμές των ομολόγων, να υπερφορτωθούν οι ισολογισμοί των εθνικών κεντρικών τραπεζών, να τιμωρείται η αποταμίευση από τα αρνητικά επιτόκια και να κυοφορούνται νέες «φούσκες». Εισάγει, όμως, παράλληλα μια νέα επιχειρηματολογία, βάσει στοιχείων του ΟΟΣΑ, και συσχετίζει το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης με την καθυστέρηση στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων από τις χώρες-μέλη της Ευρωζώνης.

Επισημαίνει πως οι «χώρες με δημοσιονομικό έλλειμμα» –Γαλλία, Εσθονία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία, Πορτογαλία, Σλοβακία και Ισπανία– κατέβαλαν πολύ μεγαλύτερες προσπάθειες το 2011 και το 2012, και όχι πέρυσι, για να εφαρμόσουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Πράγματι, ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι στην πρώτη φάση της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης, η μεταρρυθμιστική προσπάθεια ήταν μεγαλύτερη σε όσες χώρες αντιμετώπιζαν δυσκολίες. Ο διεθνής οργανισμός παρατηρεί πως στη συνέχεια η μεταρρυθμιστική προσπάθεια δεν είναι πλέον ανάλογη της σοβαρότητας των οικονομικών προβλημάτων. Προειδοποιεί, πάντως, ότι δεν πρέπει να αντλήσει κανείς συμπεράσματα από αυτήν την ανατροπή, εφόσον συχνά χρειάζεται χρόνος για να καταγραφούν οι θετικές εξελίξεις.

Κωφεύοντας στη δεύτερη επισήμανση του ΟΟΣΑ, ο Φόλκερ Λαντάου συνάγει το συμπέρασμα που αποφεύγει ο διεθνής οργανισμός: ότι αιτία της καθυστέρησης στις μεταρρυθμίσεις είναι η ευνοϊκή μεταχείριση της οποίας τυγχάνουν οι υπερχρεωμένες χώρες στις αγορές ομολόγων κυρίως από το 2012, οπότε η ΕΚΤ εξέφρασε την πρόθεση να προχωρήσει στο QE. Υποστηρίζει ότι η δήλωση αυτή μείωσε τις αποδόσεις των ομολόγων καθώς και τη μεταρρυθμιστική διάθεση των κυβερνήσεων. Υπενθυμίζεται ότι πρόσφατο ρεπορτάζ των Financial Times αναφέρει πως η μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας έτυχε ευνοϊκής μεταχείρισης από την ΕΚΤ στα τεστ κοπώσεως. Της επέτρεψε να αναφέρει στους ισολογισμούς της του 2015 την πώληση του μεριδίου της στην κινεζική τράπεζα Hua Xia, μολονότι δεν είχε ολοκληρωθεί έως τα τέλη του περασμένου έτους και να καταχωρίσει τα 4 δισ. δολάρια του τιμήματος στην κεφαλαιακή της επάρκεια. Δεν επιτράπηκε τίποτε ανάλογο σε καμία από τις άλλες 50 τράπεζες που συμμετείχαν στα τεστ κοπώσεως, παρότι είχαν παρεμφερείς συναλλαγές.

Εξάλλου, δόθηκε στη δημοσιότητα η τελευταία έκθεση των πέντε Σοφών, που ζητούν να δοθεί εσπευσμένα τέλος στην «εξαιρετικά χαλαρή νομισματική πολιτική» της ΕΚΤ και υποστηρίζουν ότι τα αρνητικά επιτόκια και οι αγορές ομολόγων δεν μπορούν να οδηγήσουν την Ευρωζώνη σε βιώσιμη ανάκαμψη. Τονίζουν ότι η πολιτική της ΕΚΤ αντανακλά «εσφαλμένη κατανομή καθηκόντων» και προειδοποιούν ότι θα υπάρχουν οικονομικοί κίνδυνοι όσο οι κυβερνήσεις δεν επισπεύδουν τις προσπάθειές τους να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις που προωθούν την ανάπτυξη. Τονίζουν, μάλιστα, πως το QE «δεν είναι κατάλληλο ούτε για την Ευρωζώνη ούτε για τη Γερμανία» και καλούν την Τράπεζα να επιβραδύνει τις μηνιαίες αγορές ομολόγων και να δώσει νωρίτερα τέλος στο πρόγραμμα. Εχει προηγηθεί τον περασμένο μήνα η δήλωση του προέδρου της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι ότι δεν προτίθεται να τερματίσει αιφνιδιαστικά το QE, που τυπικά λήγει τον Μάρτιο του επόμενου έτους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ