ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Βάτες, γκλίτερ και φθηνή σαμπάνια

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Στη σκηνή θα ζωντανέψει μια εποχή ξοδέματος στα νυχτερινά κέντρα της Αθήνας και στα παρακμιακά της επαρχίας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Aϊντε, κάντε όλοι στην μπάντα/ να βγει να χορέψει ο Σαλονικιός/ άιντε, κάντε του λεζάντα/ τη βραδιά να κλέψει ο Σαλονικιός», τραγουδούσε με αυστηρότητα ο Στράτος Διονυσίου το 1985 σε μια Αθήνα που ήταν έτοιμη να πάρει φωτιά στις πίστες.

Δύο χρόνια αργότερα, ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος με λυγμικό ύφος ανέβαζε τον κόσμο στα τραπέζια τραγουδώντας «Να ’χαν οι καρδιές αμπάρες/ να κλειδαμπαρώνουν». Σε μια Ελλάδα όπου η νύχτα ήταν παραδομένη σε λαμέ υποσχέσεις, σακάκια με βάτες και σπάταλο γκλίτερ στα γυναικεία χαμόγελα. Χρόνια του σοσιαλιστικού ξοδέματος όπου στα πρώτα τραπέζια διασκέδαζαν όλοι, χωρίς ταξικές διακρίσεις. Και πολιτικοί. Υπήρχε χρήμα και μια δίψα που μετά τα πρώτα μπουκάλια στα κέντρα της Συγγρού και κυρίως της Αχαρνών δραπέτευε στα παρακμιακά της εθνικής οδού ή της μακρινής επαρχίας. Σε παράγκες όπου τα μουσικά φάλτσα επιβάλλονταν μαζί με τα σπασίματα και τα κιβώτια φθηνής σαμπάνιας. Ετσι, κάνοντας χάζι ή ικανοποιώντας τον νταλκά τους σε σουξέ του Κώστα Καφάση «Θα περάσω να σε πάρω/ κοίταξες μη φας/ θα φάμε γλάρο», ξοδευόταν μια ολόκληρη εποχή. Ακόμη δεν μιλούσαμε για trash.

Η σκηνοθέτις Κίρκη Καραλή γεννήθηκε στο τέλος εκείνης της δεκαετίας, αλλά μαγνητίζεται, όπως πολλοί δημιουργοί της γενιάς της (συν-πλην 30), από «την άσωτη δεκαετία», όπως λέει. Η παράσταση «Αυτή η νύχτα μένει», που σκηνοθετεί και ανεβαίνει σε περιοδεία από τη Θεσσαλονίκη (10/11), έπειτα στο Passport Κεραμεικός στην Αθήνα κ.α., βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή που στάθηκε πηγή έμπνευσης και για τον Νίκο Παναγιωτόπουλο το 1999 στον κινηματογράφο. «Με κέντρισε η ίδια η δεκαετία του ’80, που για κάποιο λόγο φαίνεται να είναι υπεύθυνη που φθάσαμε εδώ σήμερα. Σαν να είναι το μακρινό φόντο της εποχής, πολιτικά και κοινωνικά. Μιας εποχής ξεσπάσματος, χρημάτων, γλεντιού. Δεν το προσδιορίζω ως κάτι ευχάριστο ή δυσάρεστο, ούτε ως αφορμή της κατάστασής μας, αλλά υπάρχει κάτι σήμερα που συνδέεται με το τότε», λέει στην «Κ». Είναι η ανεμελιά αλλά και ο προβληματισμός «για το τι θα μπορούσε να γίνει τότε για να είναι αλλιώς σήμερα».

Η απελευθέρωση ήταν διάχυτη παντού. Στα χρώματα, τους συνδυασμούς, στη διασκέδαση και στα τραγούδια. «Μια μείξη έντεχνου, λαϊκού και ντίσκο μαζί». Τραγούδια που φέρνουν μέσα τους τον νταλκά, το πάθος «με έναν τρόπο αντίστοιχο των μεγάλων ιστοριών πάθους του θεάτρου και της λογοτεχνίας». Με τον ίδιο τρόπο που μιλάει ο Ρολάν Μπαρτ για τον έρωτα στα «Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου», μιλάει, σύμφωνα με τη σκηνοθέτιδα, κι ένα ερωτικό λαϊκό τραγούδι του σκυλάδικου. «Την ίδια απεύθυνση μπορεί να πει κανείς ότι έχουν, τον ερωτευμένο. Και περιγράφουν από μια άλλη οπτική το ίδιο πράγμα αλλά με το ίδιο βάθος».

Πώς ενώνει τον Μπαρτ με τα σκυλάδικα του ’80; «Το βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή περιέχει ουσιαστικά τις εμπειρίες του από κάθε πόλη της Ελλάδας. Ηταν ένα οδοιπορικό σε μαγαζιά της επαρχίας, ένα ντοκουμέντο. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος στην ταινία του εστίασε σε ένα πρόσωπο κι έφτιαξε το σενάριο. Εμείς στηριζόμαστε στο βιβλίο. Για να φτιάξουμε θεατρική δομή, πήραμε στοιχεία από διάφορα πρόσωπα και φτιάξαμε δέκα χαρακτήρες. Για να δημιουργηθούν ερωτικές ιστορίες ανάμεσά τους χρησιμοποιήσαμε στοιχεία από το “Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας”. Η επαρχία θυμίζει το δάσος του Σαίξπηρ, τα ξωτικά την απελευθέρωση, τα βοτάνια το αλκοόλ. Πώς μεθάς σε μια νύχτα και ερωτεύεσαι μια αρτίστα, εκεί συνδυάζεται ο Σαίξπηρ».

«Είδα περιουσίες να εξανεμίζονται φύλλο φτερό. Φιλίες σοβαρών οικογενειαρχών να γίνονται μίση και πάθη άγρια για μεσόκοπες τραγουδίστριες, που το καλύτερο γραφείο συνοικεσίων δε θα μπορούσε να πασάρει στο χειρότερο συνταξιούχο».

Σκηνή όλο μάγια

«Είδα έναν κόσμο που άναψε πάνω σε μια σκηνή όλο μάγια. Σαν τον πιο άγριο και άπονο έρωτα που θα ’θελε να γράψει ο Λόρκα ή σαν ένα φλαμένκο πάνω σε απαγορευμένα βήματα κι άγριες φιγούρες της φωτιάς. Μπορεί και σαν σκηνές που ο Αλμοδοβάρ και ο Φασμπίντερ δεν πρόλαβαν να βάλουν στις ταινίες τους, γιατί δεν έζησαν, δεν είδαν για να εμπνευστούν. Τη νύχτα ζεις», αφηγείται κλείνοντας το βιβλίο του ο Θάνος Αλεξανδρής. Ηθοποιός, τραγουδιστής, περφόρμερ της εποχής, συμμετέχει στην παράσταση. «Ξεκίνησε σπουδάζοντας στη Νομική, συνέχισε στη δραματική του Θεάτρου Τέχνης, συνεργάστηκε με τον Γιώργο Μαρίνο και έπειτα ακολούθησε τα σκυλάδικα της επαρχίας, σαν μπουλούκι από πόλη σε πόλη. Πήγε στην επαρχία για χρήματα κι άρχισε να τραγουδά Χατζιδάκι. Ομως εκείνοι του ζητούσαν τα σουξέ του Κώστα Καφάση. Πέρασε μια δεκαετία στα σκυλάδικα και ξαναγύρισε καταγράφοντας δημοσιογραφικά την εμπειρία». Το βιβλίο του έγινε κορμός αυτοσχεδιασμού στις πρόβες. Οσο για τα τραγούδια που διάλεξε η σκηνοθέτις, είναι επιτυχίες της εποχής ενορχηστρωμένες από τον Κώστα Βόμβολο που υπογράφει τη μουσική της παράστασης.

Από τους δημιουργούς που ξεκίνησαν με την κρίση το 2010, η Κίρκη Καραλή χαρακτηρίζει όσα βιώνει η γενιά της «αφόρητα». Ομως στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, όπου σπούδασε, έμαθε –όπως και άλλοι συμφοιτητές της– «να κάνουμε πολλά με ελάχιστα μέσα. Μάθαμε να δουλεύουμε ομαδικά, δεν γίνεται αλλιώς».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ