Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Το Επος, ο Αγρας, ο Σικελιανός και ο δήμος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τ​​ην Πρωτοχρονιά του 1941, ο Τέλλος Αγρας, από τους ποιητές που δεν αγαπούσαν απλώς το δημοτικό τραγούδι αλλά το γνώριζαν καλά, δημοσίευσε στη «Νέα Εστία» το άρθρο «Το αυριανό έπος», με σοφά συγκρατημένη τη συγκίνησή του. Οπως γράφει ο Κώστας Στεργιόπουλος, επιμελητής των «Απάντων» του Αγρα στον «Ερμή», «όταν δημοσιεύονταν οι γραμμές αυτές, ο ελληνοϊταλικός πόλεμος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του και τα ελληνικά στρατεύματα συνέχιζαν την προέλασή τους στην Αλβανία».

Αν είχε προλάβει ο ποιητής να πληροφορηθεί πως η λαϊκή μούσα, ιδιαίτερα στην Ηπειρο, είχε αρχίσει να απαθανατίζει τους ήρωες και να μοιρολογάει τους νεκρούς, δεν το ξέρω. Ούτε αν είχε ακούσει τα δημοτικά που γράφονταν σε δίσκους ήδη τους τελευταίους μήνες του 1940 (με τραγουδιστή τα περισσότερα τον Σαλαμίνιο Γιώργο Παπασιδέρη) ή τα ρεμπέτικα (σατιρικά ή δοξαστικά) που πήραν τον ίδιο δρόμο: του Μάρκου Βαμβακάρη («Γεια σας, φανταράκια μας, πέρα στην Αλβανία»), του Μπαγιαντέρα («Ψηλά στ’ απάτητα βουνά»), του Παναγιώτη Τούντα («Ακου, Ντούτσε μου, τα νέα») κ.ά. Πολλά από αυτά τα τραγούδια της άμεσης ανταπόκρισης στο μέγα γεγονός παρουσιάστηκαν την περασμένη εβδομάδα στην εκπομπή του Λάμπρου Λιάβα «Το αλάτι της γης», στην ΕΤ 1. Μία επιπλέον απόδειξη της ανάγκης να υπάρχει δημόσια τηλεόραση, αφού οι ιδιωτικοί δίαυλοι, δεκαετίες τώρα, ξεμπερδεύουν τη μεν 28η Οκτωβρίου με την «Υπολοχαγό Νατάσσα», τη δε 25η Μαρτίου με τη «Μαντώ Μαυρογένους».

Εγραφε λοιπόν ο Αγρας, που έμελλε να πεθάνει τον Νοέμβριο του 1944, από αδέσποτη σφαίρα: «Μπορεί να το προαισθάνεται κανείς από τώρα· μετά το χρέος των πολεμιστών, που το ξεπλήρωσαν με τόσο θαυμάσιο τρόπο, έρχεται το χρέος των διανοουμένων· ειδικότερα, το χρέος των ποιητών. Η κοινή γνώμη θ’ αξιώση απ’ αυτούς το Επος. Και πώς όχι; Υστερα από την έφοδο με την λόγχη, το φυσικώτερο πράγμα, για την κοινή γνώμη, είναι η σύνθεση του έπους. Τα κατορθώματα της Πίνδου, το πάρσιμο της Κορυτσάς και του Αργυροκάστρου (ώς εδώ έχει φθάσει η μεγάλη μας σύγχρονη Ιστορία, την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές) περιμένουν την ποιητική τους αθανασία. Η Ελληνική ποίηση πρέπει να τους τη δώση».

Εδώ ο Αγρας ανατρέπει τον συλλογισμό του, ανατρέχοντας στην παράδοση της σύνθεσης των επών και στον Ομηρο. «Και όμως», παρατηρεί, «πιο σωστό θα ήταν, ακριβώς οι Ελληνες ποιηταί να ζητήσουν το έπος της Αλβανίας από την κοινή γνώμη – αντί να τους το ζητήση εκείνη. Το έπος είναι μορφή ποιητικού λόγου που ανήκει, αδιαίρετα, περισσότερο σ’ ένα Εθνος ολόκληρο, παρά σε ορισμένους εντέχνους του ποιητάς.

Είναι, τρόπον τινά, ο φυσικός καρπός της Ποιήσεως ενός λαού, αντίθετα από τα λυρικά ποιήματα, που κατά μέγα μέρος είναι ο καρπός ο τεχνητός, ο προσωπικός, ο ποικίλος, ο επεξεργασμένος. Η λαϊκή φαντασία, η εθνική αισθητική, το εθνικόν ήθος, τέλος και η εθνική στιχουργική μορφή, αυτά συνθέτουν τις μακρότατες, τις απλές και μεγάλες Εποποιίες. Και είναι όλες ανώνυμες· το ξαναλέγω, ανήκουν σε όλους. Η Ιλιάς –μια από τις υποδειγματικώτερες, όπως υποδειγματικά είναι για τον κόσμο όλα τα προϊόντα του Ελληνικού πνεύματος– οφείλεται, καθώς φαίνεται, σ’ έναν εμπνευσμένο συναρμολογητή, σ’ έναν ανασυνθέτη εμμέτρων λαϊκών μύθων. [...] Και η δημιουργία λοιπόν “επικών πυρήνων” είναι εκδήλωσις ενός Εθνους στο σύνολό του, όπως ο πόλεμος είναι μια άλλη».

Ξέρουμε πια ότι το «αυριανό έπος» του Αγρα δεν ήρθε ποτέ, όσο κι αν δημιουργήθηκαν κάποιοι «επικοί πυρήνες» στα βουνά και στα νησιά, τις μέρες του ελληνοϊταλικού πολέμου, αλλά και στην Κατοχή και την Αντίσταση. Ξέρουμε επίσης ότι το «χρέος των ποιητών», των επώνυμων, αποτυπώθηκε σε αρκετά ποιήματα. Για παράδειγμα, στους λίγους περίφημους στίχους του Κωστή Παλαμά («Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα»), στους «Επίνικους» του Αγγελου Σικελιανού, στο «Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» του Οδυσσέα Ελύτη, αλλά και στα «αναγνώσματα» του «Αξιον Εστί».

Δύσκολα όμως θα λέγαμε ότι κάποιο από αυτά συνιστά τη λογοτεχνική ταυτότητα του Επους του ’40.

Ο ίδιος ο Αγρας γνώριζε κάτι βαθύτερο: πως, όσο κι αν το ευχόταν, έπος δεν θα δοκίμαζε να συνθέσει ούτε η ανώνυμη ποίηση ούτε η επώνυμη. Θυμίζοντας πως οι ίδιοι οι κοσμοϊστορικής σημασίας Περσικοί πόλεμοι ελάχιστα αξιοποιήθηκαν ποιητικά, μόνο από μία τραγωδία, τους «Πέρσες» του Αισχύλου (θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ορισμένα επιγράμματα, χωρίς αυτό ν’ αλλάζει τα πράγματα), καταλήγει: «Οι λαοί που ενηλικιώνονται, μετριοφρονούν· λακωνίζουν· κρίνουν· και έχουν να κάνουν και πολλά πράγματα μετά τον πόλεμο, ώστε να μη τους περισσεύη χρόνος, μήτε για να συνθέσουν, μήτε για ν’ ακροασθούν τις κάπως ωχρές αρετές του μακροσκελούς γνησίου έπους». Σαν να συνομιλούν με τις φράσεις αυτές οι στίχοι από την «Κλεισούρα» του Σικελιανού: « Οχι πια λόγια, / όχι τα μάταια, τα τριμμένα λόγια του Επους! [...] Φτάνουν πια, / φτάνουν πια, δω και μπρος, τ’ άλλα λόγια, αδερφοί μου, / τα τριμμένα, τα μάταια τα λόγια, όποιου Επους!».

Οσο κρατούσε πάντως ο πόλεμος, η λαϊκή ποίηση, πάντα έγκαιρη (ας θυμηθούμε λ.χ. ότι το «Τραγούδι του Διάκου» πλάστηκε λίγους μήνες μετά το μαρτύριό του), αντέδρασε τιμώντας, παραινώντας, μοιρολογώντας ή σατιρίζοντας. Τέτοια τραγούδια βρίσκει ο ενδιαφερόμενος στο βιβλίο του Τάκη Αδάμου «Το λαϊκό τραγούδι της Αντίστασης» (Καστανιώτης), στο βιβλίο του Ν.Α. Κεφαλληνιάδη «Η λαϊκή μούσα στους εθνικούς πολέμους μας (Ντοκουμέντα): Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, Μικρασιατική καταστροφή 1922, Αλβανικό έπος 1940, Κατοχή - Αντίσταση - Απελευθέρωση 1941-1944» (Φιλιππότης), ή στο βιβλίο του Ερατοσθένη Καψωμένου «Το σύγχρονο κρητικό ιστορικό τραγούδι» (Θεμέλιο), με πολλές κρητικές ρίμες. Και κάτι ξεχωριστό: Στο βιβλίο «Κάποιοι τραγουδούν δίπλα μας: Ανθολογία αλβανικής δημοτικής ποίησης» («Ροές»), ο Θωμάς Στεργιόπουλος μεταφράζει δημοτικά τραγούδια δημιουργημένα από τους Αλβανούς προς τιμήν της ελληνικής ανδρείας.

Σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο η τύχη μού δώρισε μια μέρα ένα σεμνό, πυκνοτυπωμένο βιβλιαράκι με τον τίτλο «Απεραθίτικα πολεμικά τραγούδια (1940-1944)». Του 1946. Από τα ναξιώτικα τραγούδια που συνέλεξε εκεί ο Νίκος Βλ. Σφυρόερας, λίγοι στίχοι εδώ: «Τέσσερ’ αδέρφια έχω κει, τέσσερα να ’χ’ ακόμη, / να πολεμού ντζοι Ιταλοί και να ’μπουσι στη Ρώμη. / Στση Αρβανίας τα βουνά, τα καταχιονισμένα, / με τσ’ αδερφοί μου που ’ν’ εκεί να πέρνασι γκι εμένα. / Να ’τονε να με πέρνασι κι εμέν’ από κει απάνω, / να τωνε κουβαλώ φαΐ, ζεστά να τωνε κάνω».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ