ΒΙΒΛΙΟ

Αφρο Μοκάμπο

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Ο​​ταν απόγευμα και οδηγούσαν στη λεωφόρο της 30ής Ιουνίου. Ο Γιάννης Μ., θείος του κυρίου Γκρι, και ο στενός του φίλος Τάκης Ν., ο οποίος ήταν στο τιμόνι. Το έτος ήταν 1964 και πολύς κόσμος αποκαλούσε τον φαρδύ δρόμο με την πρότερη ονομασία του, Μπουλβάρ Αλμπέρ. Αυτό, στην καρδιά της Κινσάσα, της πρωτεύουσας που μέχρι πριν από λίγα χρόνια λεγόταν επισήμως Λεοπολντβίλ. Ωσπου δηλαδή οι Βέλγοι έδωσαν την ανεξαρτησία στο Κονγκό, στις 30 Ιουνίου του 1960 – εξ ου και η μετονομασία της κεντρικής λεωφόρου της πόλης.

Το καινούργιο αμάξι του Τάκη διέθετε πικάπ που έπαιζε δίσκους 45 στροφών. Σε μια σύντομη στάση, ο Τάκης έβαλε ν’ ακούσουν μια γαλλική μπαλάντα, «Tombe la neige» (Το χιόνι πέφτει), που χάλαγε κόσμο ήδη από το ’63.

Ο Γιάννης γοητεύθηκε· «Ποια το τραγουδάει;» ρώτησε με ενδιαφέρον. «Αντρας είναι», απάντησε ο Τάκης γελώντας. «Ελα ρε συ που είναι άνδρας». «Πάμε στοίχημα;» «Πάμε· αν χάσω, το τραπέζι δικό μου απόψε».

Συνέχισαν τον δρόμο τους ακούγοντας το τραγούδι, που έλεγε ότι το χιόνι πέφτει, σε μια πόλη, σε έναν τόπο πάνω στον Ισημερινό όπου δεν χιόνιζε ποτέ, αντίθετα, η υγρή ζέστη θέριζε μαζί με τη μαλάρια.

Εκείνο το βράδυ πήγαν στο «Μανχάταν» και λίγο αργότερα στο «Σκοτς», νυχτερινά κλαμπ λευκών επί της 30ής Ιουνίου. Δείπνησαν, ήπιαν, χόρεψαν με κοπέλες –ανύπαντροι και οι δυο τους· ακόμη–, εκκρεμούσε το ερώτημα ωστόσο: άνδρας ή γυναίκα τραγουδούσε με πάθος γνήσια γαλλικό το χιόνι που πέφτει;

Τα νυχτερινά κέντρα επί της 30ής Ιουνίου έκλειναν γύρω στη μία, μα οι δύο φίλοι δεν νύσταζαν. «Πάμε στη “Λάσπη”», πρότεινε ο Γιάννης. Η «Λάσπη» έκλεινε γύρω στις τέσσερις το πρωί. «Λάσπη» αποκαλούσαν το κέντρο οι λευκοί, η επίσημη ονομασία του οποίου ήταν «Αφρο Μοκάμπο». Εξωτική ονομασία. Το «Αφρο Μοκάμπο» δεν βρισκόταν επί της 30ής Ιουνίου αλλά στη Σαρλ ντε Γκωλ, κάπως πιο παράμερα. Ηταν κλαμπ μαύρων. Κονγκολέζοι έπαιζαν μουσική γαλλική, φορώντας ευρωπαϊκά ρούχα, κοστούμια, σακάκια και γραβάτες. Στο κεφάλι τους όμως ξεχώριζε το φέσι από δέρμα λεοπάρδαλης – το στερεοτυπικό ένδυμα του δικτάτορα Μομπούτου Σέσε Σέκο, ο οποίος, τέσσερα χρόνια πριν (και με τη συνδρομή της CIA), υπονόμευσε τον πρόεδρο Λουμούμπα, τον πρώην υπάλληλο του ταχυδρομείου που ξεσήκωνε τα πλήθη, οδηγώντας τον σε εξευτελιστικό και αργό θάνατο, μέρος του οποίου απαθανατίστηκε σε φιλμ.

«Αν έκλεινες τα μάτια στο “Αφρο Μοκάμπο”», θυμάται σήμερα ο Γιάννης, «και άκουγες τον κεντρικό τραγουδιστή να τραγουδάει, ήσουν σίγουρος πως ήταν ο Σαρλ Αζναβούρ». Κάποτε, έπαιξαν μέσα εκεί και το «Tombe la neige». Ανδρας το είπε. Ενας σερβιτόρος έφερε μετά και τον δίσκο. «Είδες που σου έλεγα; Τον λένε Ανταμό», είπε ο Τάκης. «Σαλβατόρε Ανταμό. Σιτσιλιάνος, μεγαλωμένος όμως στο Βέλγιο». Εκείνο το βράδυ ο Γιάννης πλήρωσε τα πάντα. Σήμερα, έτσι καθώς κολυμπάει μόνος στα νερά της Βουλιαγμένης, νομίζει ότι ακούει ακόμα το τραγούδι και το γέλιο του Τάκη και σκέφτεται πως αυτό ίσως ήταν το καλύτερο στοίχημα που έχασε ποτέ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ