ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Η αιώνια αγάπη και το τρίτο «ναι»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Στη σειρά «Η λέξη που δεν λες», ο Δ. Καταλειφός υποδύεται έναν παππού, του οποίου ο 7χρονος εγγονός είναι αυτιστικός.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το έργο του Αρθουρ Μίλερ «Ηταν όλοι τους παιδιά μου», στο οποίο πρωταγωνιστεί φέτος ο Δημήτρης Καταλειφός, έκανε πρεμιέρα στο θέατρο «Εμπορικόν» μόλις χθες. Ομως το όνομα του στιβαρού ηθοποιού εδώ και δύο εβδομάδες είναι θέμα συζήτησης σε πολλές παρέες. Η επιστροφή του στην τηλεόραση και κυρίως η ερμηνεία του στη σειρά «Η λέξη που δεν λες» (Alpha) του βραβευμένου σκηνοθέτη Θοδωρή Παπαδουλάκη («Το νησί») άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις.

Το τρίτο «ναι» που λέει στην τηλεόραση ο Δ. Καταλειφός μετά το «Μινόρε της αυγής» (1983) και το «Δέκα» (2010) σχετίζεται με τον σκηνοθέτη, τους συντελεστές και βέβαια το θέμα της σειράς: Αυτισμός και διαφορετικότητα. Το σενάριο μπορεί να βασίζεται στη σειρά του BBC «The A word», όμως η διασκευή της Κατερίνας Γιαννάκου είναι εξίσου επιτυχημένη. Καθοριστικό ρόλο στη θετική του απάντηση έπαιξε το γεγονός ότι τα γυρίσματα έγιναν καλοκαίρι. Αλλωστε, το θέατρο παραμένει πρώτο στις επιλογές του.

Στη σκηνή καταπιάνεται επίσης με ένα καλό θέμα, το οποίο σχετίζεται με την ατομική ευθύνη, το ιδιωτικό και δημόσιο συμφέρον. Μια σύγχρονη τραγωδία χαρακτηρίζει ο ηθοποιός το «Hταν όλοι τους παιδιά μου», που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Μόσχος κι έχει επίκεντρο μια οικογένεια στη μεταπολεμική Αμερική. Οικογένεια που προάσπισε τον μικρόκοσμό της εις βάρος του κοινού καλού.

«Εχει ενδιαφέρον να παρατηρείς πόσο επηρεάστηκαν στη βάση της δραματουργίας τους αυτοί οι μεγάλοι συγγραφείς του 20ού αιώνα από τους Ελληνες τραγωδούς καθώς και από τον Ιψεν. Τον Μίλερ, ειδικά μετά το πρώτο του έργο, τον απασχολούσε πώς μπορούσε να συμπυκνώσει γεγονότα του παρελθόντος μέσα στο παρόν. Εφτιαξε λοιπόν ένα έργο το οποίο εκτυλίσσεται σε μία μέρα, όπου το παρελθόν συναντάει το παρόν και το διαβρώνει. Είναι ένα ποιητικό αριστούργημα που θίγει διαχρονικά ζητήματα, όπως ο ρόλος που παίζουν στη ζωή η οικογένειά μας και οι άλλοι. Τα ηθικά διλήμματα και το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης. Η τυπική και η ουσιαστική δικαιοσύνη αλλά και ο μεγαλύτερος τιμωρός, η συνείδησή μας».

Αμερική, ένα χρόνο μετά το τέλος του πολέμου και η οικογένεια Κέλερ δεν μπορεί να βρει γαλήνη. Ο ένας γιος έχει χαθεί στον πόλεμο, ο άλλος μαζί με τον πατέρα κατασκευάζει στο εργοστάσιο της οικογένειας πλυντήρια και χύτρες ταχύτητας. Αλλά η συνείδηση δεν τους αφήνει σε ησυχία. Γιατί τον καιρό του πολέμου το ίδιο εργοστάσιο που κατασκεύαζε εξαρτήματα για μαχητικά αεροσκάφη, έφτιαξε κι ελαττωματικούς κυλίνδρους. Η συντριβή αεροσκαφών οδήγησε σε δίκη και καταδίκη του συνεταίρου του. «Πολλές ανέντιμες πράξεις γίνονται κάτω από τη μεγάλη πίεση που προκαλεί ο πόλεμος», λέει ο Δ. Καταλειφός. Αλλά το έργο δείχνει κάτι ακόμη. «Πόσο δύσκολο είναι να ομολογήσεις και να αναλάβεις την ευθύνη όσων έκανες. Ο πατέρας Κέλερ που υποδύομαι, ένας αυτοδημιούργητος που έγινε πλούσιος με κόπο, έκανε δύο ανέντιμες πράξεις: μια πώληση ελαττωματικών εξαρτημάτων που στοίχισε ζωές. Επιπλέον, φόρτωσε την ευθύνη στον συνεταίρο του. Δεν είναι ο κακός του έργου, γίνεται μάλιστα συμπαθής ώστε να είναι αναγνωρίσιμος από τον μέσο θεατή. Το ελάττωμά του είναι ότι βάζει πάνω απ’ όλα την οικογένειά του.

Αυτό που θα έκανε το 90% της ανθρωπότητας και ιδίως σε μια χώρα όπως η δική μας όπου παραμένει ισχυρός ο οικογενειακός θεσμός. Αυτό που δεν καταλαβαίνουμε όσο σκληραίνει η κοινωνία, οι νόμοι και οι κρίσεις της παγκοσμίως, είναι ότι απομονώνουμε τον άνθρωπο στον μικρόκοσμό του, ενώ υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος για τον οποίο αδιαφορούμε εν ονόματι των δικών μας συμφερόντων. Παράδειγμα, όσα γίνονται στη Συρία».

Στον ελληνικό μικρόκοσμο –πέρα από την κρίση– παρατηρεί ότι «δεν δημιουργούνται υποδομές για τις νεότερες γενιές σε κανένα επίπεδο». Ως παράδειγμα φέρνει την παιδεία. «Διδάσκοντας σε δραματικές σχολές επί χρόνια, διαπιστώνω με φρίκη πόσο αμόρφωτα είναι τα παιδιά. Με τρομάζει ότι μια ολόκληρη γενιά δεν διαβάζει. Βλέπω νέους να πίνουν παρέα τον καφέ τους χωρίς να μιλάει ο ένας στον άλλον, απλώς χαζογελούν στο κινητό τους. Δεν υπάρχει στην Ελλάδα διάλογος, ούτε πνευματική ζωή ούτε ηγέτες. Είμαστε μια χώρα δίχως φωτεινά ορόσημα. Ζούμε σε μεγάλη πνευματική παρακμή. Βγαίνουν βέβαια πολλά βιβλία, ανεβαίνουν πολλές παραστάσεις, αλλά τι; Δεν συζητούν οι άνθρωποι, απλώς ανταλλάσσουν κουτσομπολιά ή φωτογραφίζονται για να προβληθούν στο Facebook».

Η λέξη και το πρόβλημα

Πώς μπορούν σε μια τέτοια πραγματικότητα να αντιμετωπιστούν ζητήματα όπως ο αυτισμός; «Δεν είναι εύκολο να αποδεχτείς τη διαφορετικότητα, αλλά ούτε οι άλλοι να την αποδεχτούν. Αυτό ακριβώς θίγει η σειρά στην οποία υποδύομαι έναν παππού που ο 7χρονος εγγονός του αντιμετωπίζει αυτό το πρόβλημα. Η λέξη που δεν λες είναι το πρόβλημα που δεν λες».

Καχύποπτος επί χρόνια με την τηλεόραση, παραδέχεται πως είναι ένα μέσο που μπορεί να προσφέρει πολλά. «Αυτό που με ενοχλεί είναι ο χρόνος που δεν δίνει». Εκείνος πάντως εκπλήσσει τον τηλεθεατή με τη λεπτομέρεια. Οπως ότι έμαθε την ντοπιολαλιά της Κρήτης. Ενας φίλος Κρητικός τού έκανε μαθήματα, «όμως τα περισσότερα τα έκλεβα παρακολουθώντας στα Χανιά τις συζητήσεις των ηλικιωμένων στον πρωινό καφέ». Ετσι γέμισε με σημειώσεις το τετράδιό του, όπως συνηθίζει.

«Δεν νοσταλγώ»

Με μεγάλη ειλικρίνεια παραδέχεται ότι αποφεύγει να δει σίριαλ και ταινίες που γύρισε. «Δεν νοσταλγώ τα παλιά. «Ισως, όταν αποσυρθώ, να βλέπω σειρές και ταινίες». Συνεχίζει ωστόσο να γεμίζει τετράδια προετοιμάζοντας δύσκολους ρόλους. Με τη συγκίνηση των πρώτων χρόνων, όταν ανακάλυψε τη μαγεία του θεάτρου βλέποντας την Ελλη Λαμπέτη και τις παραστάσεις του Κουν. Αν και τα τελευταία χρόνια όλο και πιο σπάνια μαγεύεται απ’ όσα βλέπει. «Και όμως, υπάρχει πάντα μια έκπληξη όπως ο “Φάουστ” της Κατερίνας Ευαγγελάτου, που με γέμισε αισιοδοξία. Αισθάνθηκα ότι έχουμε μέλλον». Το θέατρο στο οποίο κυριαρχεί η εικόνα δεν τον συγκινεί. «Με ενοχλεί η σταδιακή περιφρόνηση του λόγου. Ισως έχω μεγαλώσει, ίσως πάλιωσα, δεν ξέρω...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ