ΒΙΒΛΙΟ

Αισθητική και ηθική της οδύνης

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΝΑΤΣΙΝΑ*

Ο Ζέμπαλντ αφηγείται ιστορίες όσων βιώνουν την απογοήτευση πριν το σώμα υποκύψει στο μοιραίο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ανάδυση της μνήμης.
Συζητώντας με τον W. G. Sebald.
Συνεντεύξεις και δοκίμια
με την επιμέλεια
της Lynne Sharon Schwartz
μτφρ.: Βασίλης Δουβίτσας
εκδ. Αγρα

 
Ο Ζέμπαλντ είναι ο συγγραφέας του αριστουργηματικού «Αουστερλιτς», των «Δακτυλίων του Κρόνου» και των «Ξεριζωμένων» – για να θυμηθεί κανείς τα πιο γνωστά του έργα, δοσμένα σε έξοχες μεταφράσεις μέσα στην τελευταία δεκαετία από τις εκδόσεις Αγρα. Είναι ο συγγραφέας που με φωτεινά μάτια συστήνουμε ο ένας στον άλλον όλα αυτά τα χρόνια, εκδηλώνοντας έναν ενθουσιασμό που ξεπερνάει τη διάθεση της περιγραφής – θέλεις ο άλλος απλώς να το διαβάσει.

Αυτός ο τόμος με συνεντεύξεις και δοκίμια αναλαμβάνει να αναδείξει, και με μεγάλη διεισδυτικότητα να εξηγήσει, όλους τους λόγους για τους οποίους νιώθουμε απρόθυμοι ή και ανίκανοι να περιγράψουμε αυτά τα κείμενα: τα ρευστά και διαπερατά περιγράμματα θεμάτων και προσώπων, τις φασματικές όψεις του παρελθόντος, την περιπατητική γραφή που υφαίνει έναν λεπταίσθητο ιστό γύρω από το θέμα, την επίμονη μελαγχολία και το τραύμα, τη συμπλοκή δοκιμίου και μυθοπλασίας, φωτογραφίας και κείμενου – την εφεύρεση ενός τρόπου, μετά το Αουσβιτς, να γράφει κανείς με στοχαστική συγκίνηση για την οδύνη και την καταστροφή χωρίς να τις μειώνει και χωρίς να συντρίβεται. Ο τόμος αυτός, μοιρασμένος ανάμεσα στη φωνή του συγγραφέα και σ’ εκείνες των κριτικών του –που δεν είναι όλοι αναντίρρητα εγκωμιαστικοί–, επιτρέπει μια πολυπρισματική θέαση των έργων αλλά και του κοινού βιογραφικού υπόβαθρου που τα συνέχει.

Ο Γερμανός συγγραφέας σημαδεύτηκε από το ναζιστικό παρελθόν της χώρας του και μετανάστευσε στη Βρετανία κατά τη δεκαετία του ’60 κάτω από την πίεση της αφόρητης σιωπής των γονιών και των συμπατριωτών του γύρω από τις τραυματικές πτυχές του γερμανικού παρελθόντος. Με τα λόγια του Tim Parks, «ο Ζέμπαλντ αφηγείται τις ιστορίες εκείνων που βιώνουν την απογοήτευση πολύ πριν το σώμα τους υποκύψει στο μοιραίο. Οι άντρες στο έργο του –και είναι πάντα άντρες οι χαρακτήρες του– εμπλέκονται σ’ ένα δεξιοτεχνικό αγώνα να εμφανίσουν μέσα τους ως διά μαγείας την ελάχιστη τρέλα –θα μπορούσαμε επίσης να την αποκαλέσουμε αγάπη για ζωή ή ακόμα και δέσμευση– που θα τους αποτρέψει από το να πεθάνουν «στα καλά καθούμενα», αποτελειωμένοι από τα χέρια της ίδιας τους της μελαγχολίας». Ο ίδιος κριτικός ανάγει σ’ αυτήν την ανάγκη επιβίωσης τελικά τον βασικό τρόπο δόμησης των έργων του Ζέμπαλντ, που είναι η σύμπτωση, το μοτίβο με παραλλαγές, οι ομόκεντροι κύκλοι: «Ξανά και ξανά, αυτό που αφυπνίζει τον μελαγχολικό από την παράλυσή του είναι η σύμπτωση ή η μυστηριώδης επανάληψη – αυτές οι τόσο εμφανείς αναδύσεις του υποβόσκοντος μυστηρίου της ύπαρξης».

Ωστόσο, η υπνωτιστική δεξιοτεχνία αυτών των συμπτώσεων και συμπαραθέσεων, η «ανείπωτη ομορφιά» των μοτίβων του, κρύβει, κατά τη Ruth Franklin, και τον κίνδυνο μιας αισθητικοποίησης της φρίκης που εξισώνει διαφορετικές καταστροφές μεταξύ τους και «εκμηδενίζει την αρχή της αιτιότητας». Υπερασπιζόμενος τον συγγραφέα, ο Charles Simic, που έζησε ως παιδί τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας, σημειώνει ότι, μιλώντας για τους θανάτους και τα δεινά των αμάχων, δεν υπάρχει μια κλίμακα ηθικής με βάση την οποία κάποιοι αξίζουν τον οίκτο περισσότερο από άλλους.

Στον Michael Silverblatt όμως ανήκει ίσως η πιο διεισδυτική παρατήρηση όσον αφορά το πώς συναιρείται στον Ζέμπαλντ ο λογοτεχνικός τρόπος με την ηθική στάση αλλά και το υψηλό διακύβευμα των έργων του, όταν σημειώνει ότι τα κείμενά του χαρακτηρίζονται από «τρυφερότητα, αμηχανία, τρόμο, άπειρο οίκτο και από μια σχεδόν εκούσια αυτοταπείνωση. Σαν να είναι διατεθειμένος να καταβάλει τη μέγιστη προσοχή σε όλα τα πράγματα, με την ελπίδα ότι θα εμφανιστεί στο τέλος η αποκάλυψη».

*Επίκουρη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ