ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ

Η Νέα Υόρκη των ’50s στο... Λονδίνο

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

To «Mural» (1943) του Τζάκσον Πόλοκ αντικρίζει στην έκθεση το κορυφαίο έργο του «Blue Poles» (1952).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν για κάποιον λόγο ο όρος «αφηρημένος εξπρεσιονισμός» σάς αφήνει αδιάφορους ή τον βρίσκετε υπερβολικά εγκεφαλικό και απωθητικά γενικό, σας καταλαβαίνω γιατί βρισκόμουν στην ίδια αμήχανη θέση. Ηταν, όμως, η συγκυρία τέτοια που η έκθεση στη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών του Λονδίνου έλιωσε τους πάγους. Μπήκα με περιέργεια και απλό ενδιαφέρον. Και βγήκα πλήρης, ενθουσιώδης, με δέος. Κυρίως γιατί ένιωσα σαν κάποιος να απομάκρυνε μια μεμβράνη και μου επέτρεψε να δω.

Αν επιχειρήσει κάποιος να εξηγήσει με δυο λόγια το θερμό κλίμα υποδοχής της μεγαλειώδους έκθεσης «Abstract Expressionism» στο Λονδίνο (έως τις 2 Ιανουαρίου 2017), αρκεί να πει ότι έχουν συγκεντρωθεί όλα τα ιερά τέρατα εκείνης της καλλιτεχνικής έκρηξης στη Νέα Υόρκη, από το 1943 έως το 1955. Λίγο πριν από το τέλος του πολέμου και λίγο πριν από το 1960, η έκρηξη δημιουργίας που εκσφενδόνισε τη Νέα Υόρκη στη διεθνή πρωτοκαθεδρία της τέχνης βρίσκεται αυτήν την περίοδο στη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου σε μια συνύπαρξη απλώς μοναδική. Από το 1959 έχει να διοργανωθεί κάτι παρόμοιο στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Είναι η δική μας εποχή, που ζητεί νέο βλέμμα πάνω σε αυτό που αποκαλείται διεθνώς mid-20th century style. Η καρδιά του προηγούμενου αιώνα ενδιαφέρει, προκαλεί, ζητεί νέες ερμηνείες και περισσότερο ευρύχωρες προσεγγίσεις. Μέσα σε αυτό το κλίμα, να στέκεται κανείς σήμερα μπροστά στα τεραστίων διαστάσεων έργα του Τζάκσον Πόλοκ ή του Μαρκ Ρόθκο είναι μια στάση σημερινή. Για το σήμερα μιλάει η έκθεση, για την επιθυμία τη δικιά μας να ξαναδεί εκείνη την έκρηξη, εκείνο το καλλιτεχνικό big bang, που άλλαξε την ίδια την Αμερική. Δεν είναι μια έκθεση για ένα ρεύμα (άλλωστε όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες ήταν ανένταχτοι και αυτόφωτοι) αλλά μια έκθεση για ένα βλέμμα. Για το σημείο σύγκλισης πολλαπλών βλεμμάτων.

Στη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών θα βρείτε ουρά για να μπείτε, όπως πάντα, αλλά αξίζει η αναμονή. Είναι απολύτως αναγκαίο να πάρετε τη φορητή ξενάγηση που βοηθάει στην κατανόηση των 150 και πλέον έργων, των μονοχρωματικών ή διχρωματικών (Μαρκ Ρόθκο, Αb Reinhardt, Clyfford Still, Barnett Newman κ.ά.) και των «πυκνών» σε δράση και μοτίβα (Τζάκσον Πόλοκ, Βίλεμ ντε Κούνινγκ, Αρσίλ Γκόρκι κ.ά). Είναι μια ομοβροντία ερεθισμάτων στους μαιάνδρους εξαιρετικών προσωπικοτήτων.

Ξεχωριστός Πόλοκ

To έργο που ξεχωρίζει και αποτελεί έμβλημα της έκθεσης είναι το διάσημο «Blue Poles» του Τζάκσον Πόλοκ, δημιουργία του 1952. Δεν είχα φανταστεί την επίδραση που μπορεί να έχει στον θεατή αυτό το έργο όταν το βλέπει κανείς από κοντά. Η ιδιοφυΐα του Πόλοκ είναι υποβλητική, διεισδυτική, προκαλεί αντίδραση σχεδόν ψυχοσωματική. Και καταλαβαίνει κανείς γιατί είναι αδύνατον να γκρουπάρει κάποιος αυτούς τους καλλιτέχνες κάτω από την ομπρέλα του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, καθώς ο καθένας είναι τόσο ιδιαίτερη περίπτωση που από μόνη της αυτή η συνθήκη δυναμιτίζει την ένταξή τους σε ένα ρεύμα. Την αδυναμία αυτή την αντιμετωπίζουν και οι διοργανωτές και εστιάζουν μόνο στην εικονοκλαστική διάσταση και στη συγκυρία.

Γιατί πέρα από την καλλιτεχνική ανάγνωση, η γεωπολιτική της τέχνης έχει μεγάλη σημασία και είναι αδύνατον να προσεγγίσει κανείς τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό αγνοώντας τις ειδικές συνθήκες της εποχής.

Αλλωστε, η καλλιτεχνική έκρηξη της Νέας Υόρκης γεννήθηκε στη διάρκεια του πολέμου, έστω και σε μοναχικά ατελιέ και σε περιορισμένους, αρχικά, κύκλους. Υπήρχε η ανάγκη απάντησης και η ερμηνεία ενός κόσμου που άλλαζε. Και αυτό που έτεινε να μείνει ως κάτι απολύτως νεοϋορκέζικο, και στενά συνδεδεμένο με τις δεκαετίες του ’40 και του ’50, ήταν η επιτομή της Αμερικής ως χωνευτηρίου, καθώς πολλοί από τους κορυφαίους καλλιτέχνες της εποχής προέρχονταν από ευρωπαϊκές κουλτούρες. Η Νέα Υόρκη τούς έδινε τα εργαλεία της ελευθερίας. Το αντιλαμβάνεται αυτό κανείς ως θεατής μπροστά σε αυτά τα έργα που ήταν κάποτε ρηξικέλευθα και σήμερα είναι κλασικά, χωρίς όμως η καταξίωση να μειώνει τον ριζοσπαστισμό τους. Ο θεατής αισθάνεται μπροστά σε αυτά τα έργα με ένα τρόπο διαφορετικό. Διαφέρει η αίσθηση που διαχέεται αν τη συγκρίνει κανείς με την αίσθηση που έχει μπροστά, π.χ., στην μπαρόκ ζωγραφική. Η νεοϋορκέζικη σκηνή του ’50 είχε μια αυθεντικότητα που σήμερα συγκινεί όπως δεν είχαν φανταστεί οι πρωταγωνιστές της.

Θέτει ζητήματα η έκθεση, όπως κάθε έκθεση που έχει λόγο ύπαρξης. Ζητήματα όχι τόσο μορφής ή φόρμας ή ακόμη και τεχνικής, αλλά ζητήματα ουσίας. Και λόγου ύπαρξης των ίδιων των καλλιτεχνών. Επίσης, τίθεται και ένα μείζον θέμα ρήξης, καινοτομίας, στόχευσης και ανανέωσης. Σήμερα, 60 και 70 χρόνια μετά, μένει και μια άλλη ερμηνεία της ομορφιάς. Και της συγκίνησης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ