ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΔΝΤ: Μέσα ή έξω από το ελληνικό πρόγραμμα

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΕΛΑΓΙΔΗΣ*

Τώρα το ΔΝΤ φαίνεται να παίρνει αποστάσεις, υποστηρίζοντας ότι ειδικά το χρέος είναι μη βιώσιμο και συνεπώς δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει το πρόγραμμα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το ΔΝΤ φαίνεται ότι εγκατέλειψε τη θέση του πως είναι βιώσιμο το ελληνικό χρέος τον Μάιο-Ιούνιο του 2014 την εποχή της πέμπτης αξιολόγησης του δεύτερου προγράμματος. Η λογική του Ταμείου φαίνεται πως ήταν ότι το πρόγραμμα εκτροχιάστηκε εξαιτίας των ενεργειών της κυβέρνησης Τσίπρα το πρώτο εξάμηνο του 2015. Χάθηκε η ενίσχυση του ΑΕΠ κατά 3% τον χρόνο το 2015 και 2016 εξαιτίας της εσκεμμένης κακοδιαχείρισης της οικονομίας από την παρούσα κυβέρνηση της ριζοσπαστικής αριστεράς και δεξιάς. Στη συνέχεια η ελληνική κυβέρνηση και οι πιστωτές της διαπραγματεύτηκαν μια νέα συμφωνία με τον φιλόδοξο στόχο να αποφύγουν την ελληνική χρεοκοπία και να πετύχουν γρήγορα ανάκαμψη της οικονομίας. Τώρα όμως το ΔΝΤ φαίνεται να παίρνει αποστάσεις, υποστηρίζοντας ότι ειδικά το χρέος είναι μη βιώσιμο και συνεπώς δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει το πρόγραμμα. Το ερώτημα που προκύπτει τότε είναι: αν υποθέτει κανείς πως το τρίτο πρόγραμμα μπορεί να φέρει την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, επιτρέποντας στην Ελλάδα να αποκτήσει πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές μέχρι τα τέλη του 2018, τότε πώς γίνεται ταυτόχρονα το χρέος να μην είναι βιώσιμο; Αραγε πόσο βαρύ είναι το πρόγραμμα αποπληρωμών χρέους που έχει η Ελλάδα; Είναι χρήσιμο να συγκρίνουμε την Ελλάδα και την Πορτογαλία. Μέχρι το 2025 η Πορτογαλία καλείται να καταβάλει περίπου 50% περισσότερα χρήματα για την εξυπηρέτηση του χρέους της, ενώ σε ακόμη χειρότερη θέση βρίσκονται Ιρλανδία, Ιταλία και Ισπανία. Ούτε η αποπληρωμή τόκων είναι θέμα, διότι η Ελλάδα καλείται να καταβάλλει κατά μέσον όρο το 2,6% του ΑΕΠ της, ποσοστό που είναι μακράν το μικρότερο μεταξύ των πέντε χωρών. Οπότε σε τι οφείλεται η αδιαλλαξία του ΔΝΤ; Μια δημοφιλής άποψη, την οποία δεν υποστηρίζει μόνο το ΔΝΤ αλλά και πολλοί Ελληνες πολιτικοί, είναι πως δεν είναι ρεαλιστικός ο στόχος για επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ από το 2018 και μετά και ότι συνεπώς το σήμα προς τις αγορές και τους επενδυτές είναι πως η Ελλάδα θα αποτύχει. Ομως το ίδιο πρωτογενές πλεόνασμα ως απόλυτος αριθμός μπορεί να αποτελεί τελείως διαφορετικό ποσοστό του ΑΕΠ! Ποσοστό 3,5% του ΑΕΠ είναι σήμερα περίπου 6 δισ. ευρώ. Με ονομαστική ανάπτυξη 5%-6% το ίδιο ποσό αποτελεί πλέον το 2,5% του ΑΕΠ. Συνεπώς για να αντιληφθούμε το πρόβλημα θα πρέπει να εξετάσουμε πρώτα την ανάπτυξη του ονομαστικού ΑΕΠ και στη συνέχεια να επικεντρωθούμε στους δημοσιονομικούς στόχους και στην ανάλυση χρέους.

Με το τρίτο ελληνικό πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής που συμφωνήθηκε το καλοκαίρι του 2015 το βάρος της προσαρμογής πέφτει και πάλι στον παραγωγικό ιδιωτικό τομέα, διότι τον υπερφορολογεί τη στιγμή που είναι αντιμέτωπος με μια δύσκολη ανάκαμψη. Δύσκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί γιατί ένας οργανισμός όπως το ΔΝΤ συμφώνησε με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στην εκπόνηση κυκλικής οικονομικής πολιτικής (σ.σ. δηλαδή να αυξάνεις τις δαπάνες και να μειώνεις τη φορολογία σε περιόδους ανάπτυξης και να μειώνεις τις δαπάνες και να αυξάνεις τη φορολογία σε περιόδους οικονομικής ύφεσης) βασισμένης στην υπερφορολόγηση, «σκοτώνοντας» την ανάκαμψη της οικονομίας. Η οποία ανάκαμψη, ειρήσθω εν παρόδω, είναι απολύτως απαραίτητη, ώστε να επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ και να καταστεί βιώσιμο το ελληνικό δημόσιο χρέος. Θα περίμενε κανείς από το ΔΝΤ να ζητήσει από την ελληνική κυβέρνηση να επικεντρωθεί σε αναπτυξιακά μέτρα και να περικόψει τις σπατάλες. Αντιθέτως και παραδόξως το ΔΝΤ συμφώνησε με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ότι θα πρέπει να φορολογηθεί οτιδήποτε κινείται. Το αποτέλεσμα είναι πως σήμερα οι αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας είναι εξαιρετικά αδύναμες και ότι οι στόχοι για επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 1,75% το 2017 και 3,5% το 2018 φαντάζουν πλέον άπιαστοι. Τα συμπεράσματά μου είναι τα εξής:

Πρώτον, το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο υπό την προϋπόθεση ότι επίκειται ανάκαμψη της οικονομίας. Η αντίθετη εκτίμηση του Ταμείου φαίνεται πως εδράζεται στην πεποίθηση πως δεν πρόκειται να υπάρξει ανάκαμψη σύντομα, ιδιαίτερα διότι το πρόγραμμα προβλέπει την επίτευξη πολύ υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Οντως, αλλά ποιος ευλόγησε την πολιτική υπερφορολόγησης της ελληνικής οικονομίας;

Δεύτερον, η υπερφορολόγηση θα «σκοτώσει» και πάλι την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Είναι παράλογο να συμφωνεί το ΔΝΤ σε αυτή την πολιτική και στη συνέχεια να υποστηρίζει πως δεν είναι ρεαλιστικός ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα (ως ποσοστό του ΑΕΠ). Αν οι δημοσιονομικοί στόχοι είναι υπερβολικά υψηλοί και συνεπώς το χρέος καθίσταται μη βιώσιμο, τότε το ΔΝΤ θα έπρεπε να είχε ασκήσει βέτο σε αυτή την κυκλική πολιτική που «σκοτώνει» την ανάπτυξη.

Τρίτον, αντιμέτωπες με τη φορολογική τρέλα οι εταιρείες μειώνουν τους μισθούς και προσλαμβάνουν υπαλλήλους με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Οι δαπάνες μειώνονται και το ΑΕΠ μένει στάσιμο. Οι ξένοι επενδυτές βλέπουν ότι δεν θα ανακάμψει η οικονομία και ότι η χώρα θα χρειαστεί σύντομα κάποιου είδους αναδιάταξη του χρέους. Οπότε δεν πρόκειται να εισρεύσουν σύντομα κεφάλαια στην ελληνική οικονομία, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπάρχει προοπτική για ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.

* Ο κ. Θεόδωρος Πελαγίδης είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Το άρθρο έχει δημοσιευθεί πρώτη φορά στο ιστολόγιο του Ινστιτούτου Brookings.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ