ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Δεν είναι «αθώα» η στροφή στην έμμεση φορολογία

ΝΙΚΟΣ ΤΑΤΣΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μ​​ια τάση που παρατηρείται στις περισσότερες χώρες και σχολιάσθηκε πρόσφατα από τον κ. Κ. Κουνάδη στην «Καθημερινή» (24/10/2016), είναι η στροφή στην έμμεση φορολογία. Στην τάση αυτή αναφερόμαστε και εδώ, εστιάζοντας σε κάποιες άλλες πτυχές του ζητήματος.

Οι στόχοι της φορολογικής πολιτικής είναι συχνά αντικρουόμενοι και η παρατηρούμενη στροφή στην έμμεση φορολογία αντικατοπτρίζει την αλλαγή προτεραιοτήτων. Συγκεκριμένα, το κυρίαρχο δόγμα της φορολογικής πολιτικής το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου, ήταν αυτό της δίκαιης/δικαιότερης κατανομής των βαρών. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύχθηκε η γνωστή φιλολογία αναφορικά με τη σχέση άμεσων/έμμεσων φόρων, με τους πρώτους θεωρούμενους μακράν δικαιότερους από τους δεύτερους, και τη χρήση της μεταξύ τους σχέσης ως βασικού κριτηρίου αξιολόγησης των φορολογικών συστημάτων των χωρών. Η οικονομική ανάπτυξη και η προσέλκυση (ξένων) επενδύσεων αποτελούσαν επίσης σημαντικό στόχο των κυβερνήσεων. Αλλά, ο στόχος αυτός δεν ήταν ο μοναδικός, δεν επιδιώκονταν με την ένταση και τα μέσα που επιδιώκεται σήμερα και τηρούνταν κάποιες αρχές.

Με την παγκοσμιοποίηση και την απελευθέρωση των αγορών, η φορολογία ως μέσο προσέλκυσης επενδύσεων έλαβε άλλες διαστάσεις. Η άρση/περιορισμός φραγμών και ελέγχων έκαναν τις επιχειρήσεις πιο ευέλικτες στην επιλογή (πραγματική ή φαινομενική) του τόπου εγκατάστασής τους και προσέδωσαν στη φορολογία διαφορετικό ρόλο. Τη δίκαιη κατανομή των βαρών, που αποτελούσε πρώτιστο στόχο, διαδέχθηκε η οικονομική αποτελεσματικότητα και η διεκδίκηση όσο μεγαλύτερου μέρους γίνεται –ενίοτε με οποιοδήποτε μέσο– από την «παγκόσμια πίτα» ροής κεφαλαίων και επενδύσεων. Η τάση αυτή αναπόφευκτα οδήγησε σε φορολογικό ανταγωνισμό των χωρών, ο οποίος είχε αρχικά θετικές παρενέργειες, γιατί τις ώθησε να επανεξετάσουν τα φορολογικά τους συστήματα, να τα κάνουν πιο «φιλικά» και να τα προσαρμόσουν στις σύγχρονες συνθήκες και απαιτήσεις. Μοιραία όμως εξελίχθηκε σε έναν φορολογικό ανταγωνισμό «προς τα κάτω», όπου κάθε χώρα μείωνε τη φορολόγηση των επιχειρήσεων για να γίνει ελκυστικότερη. Ετσι, όπως επισημαίνεται στο προαναφερθέν άρθρο, ο μέσος συντελεστής φορολόγησης των εταιρειών είναι στις χώρες του ΟΟΣΑ σήμερα ο μισός περίπου αυτού των αρχών της δεκαετίας του 1980. Και βέβαια, η εξέλιξη αυτή άλλαξε ριζικά τη σχέση φορολόγησης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κατανομή των βαρών. Και ενώ κανείς θα περίμενε μετά τις μειώσεις αυτές σημαντική μείωση των εσόδων από τη φορολόγηση των εταιρειών, τα έσοδα σε σχέση με το ΑΕΠ αυξήθηκαν, κάτι που εκτός των άλλων σημαίνει ότι πολλές ατομικές ή άλλες επιχειρήσεις προκειμένου να απολαύσουν τη μειωμένη φορολόγηση των εταιρειών και τα λοιπά προνόμια της παγκοσμιοποίησης άλλαξαν νομική μορφή, με προφανείς συνέπειες στην κατανομή των βαρών.

Τα των φορολογικών παραδείσων και των offshore εταιρειών που δημιούργησε αυτός ο ανταγωνισμός, όπως και οι συνέπειές τους στα φορολογικά έσοδα άλλων χωρών, είναι γνωστά. Δεν είναι λίγες επίσης οι περιπτώσεις όπου ο ανταγωνισμός αυτός ξεπέρασε κάθε όριο. Παραδείγματα χωρών –μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχουν χώρες που συνηθίζουν «να κουνούν το δάκτυλο» σε άλλες– που συνήψαν μυστικές συμφωνίες μηδενικής σχεδόν φορολόγησης με πολυεθνικούς κολοσσούς, προκειμένου να τους προσελκύσουν ή να τους κρατήσουν, έχουν επανειλημμένως δει το φως της δημοσιότητας. Αλλά και η υιοθέτηση του ΦΠΑ από άλλες χώρες, που σημειώνει ο κ. Κ. Κουνάδης, συνδέεται άμεσα με τον διεθνή φορολογικό ανταγωνισμό, αφού ο ΦΠΑ είναι ο μόνος φόρος δαπάνης από τον οποίο μπορούν να απαλλαγούν πλήρως οι εξαγωγές και οι επενδύσεις, αυξάνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την ανταγωνιστικότητα της χώρας που τον επιβάλλει.

Οι αλλαγές αυτές επιτάθηκαν με την οικονομική κρίση. Ετσι, επειδή οι έμμεσοι φόροι είναι κρυμμένοι στις τιμές, έχουν λιγότερο δυσμενείς παρενέργειες στα κίνητρα για εργασία, αποταμίευση και επένδυση, από τη φορολογία του εισοδήματος, με συνέπεια πολλές χώρες να στραφούν τελευταία προς αυτούς, με ό,τι αυτό συνεπάγεται από πλευράς κατανομής των βαρών. Στροφή επίσης υπήρξε και προς τους φόρους ακινήτων, οι οποίοι δεν επηρεάζουν, όπως ο φόρος εισοδήματος, την τρέχουσα οικονομική δραστηριότητα. Επιπλέον, τα ακίνητα δεν μπορούν για να αποφύγουν την υψηλή φορολογία να μετακινηθούν σε άλλη χώρα, όπως γίνεται με το κεφάλαιο και τις άλλες φορολογικές βάσεις, αποτελώντας έτσι ασφαλή πηγή φορολόγησης. Η άλλη όψη αυτού, ότι δηλαδή η κατοχή ακινήτων αντανακλά περισσότερο την προηγούμενη οικονομική κατάσταση των φορολογουμένων και όχι την τωρινή, ότι όσο πιο πλούσιος είναι κανείς τόσο μικρότερο μέρος της συνολικής περιουσίας του είναι σε ακίνητα και άρα ο φόρος είναι από τη φύση του αντίστροφα προοδευτικός και ότι τα ακίνητα δεν είναι πάντοτε άμεσα ρευστοποιήσιμα, φαίνεται ότι αγνοήθηκε ή θυσιάσθηκε. Αλλά αυτά τα συνειδητοποιήσαμε αρκετά στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

* Ο κ. Νίκος Τάτσος είναι καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ