Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Απουσία ταλέντων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Γ​​ια φαντάσου! Να ένα από αυτά που, κατά την προσφιλή μας έκφραση, σε ρίχνουν από τα σύννεφα: «Ελλειψη εργαζομένων με προσόντα», ήταν ο τίτλος στην «Καθημερινή» της περασμένης Παρασκευής. Η διαπίστωση προκύπτει από την ετήσια έρευνα της εταιρείας ManpowerGroup, πολυεθνικής που ειδικεύεται σε θέματα αξιοποίησης ανθρωπίνου δυναμικού και αναπτύσσει δράση σε 82 χώρες. Η έρευνα βρίσκει ότι στην Ελλάδα της ανεργίας που πλησιάζει το 24%, οι έξι στους δέκα εργοδότες δεν μπορούν να βρουν υπαλλήλους με τις κατάλληλες δεξιότητες. Το ποσοστό αυτό (60%) βρίσκεται είκοσι μονάδες υπεράνω του διεθνούς μέσου όρου (40%) και κατατάσσει την Ελλάδα ογδόη διεθνώς. Οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η δυσκολία συμπυκνώνονται σε δύο λέξεις: «Απουσία ταλέντων» στους υποψηφίους.

Από το σχετικό ρεπορτάζ είναι φανερό ότι οι διατυπώσεις είναι τέτοιας σκόπιμης λεπτότητας (ίσως εν μέρει και ασάφειας), ώστε να εξουδετερώνεται η πιθανότητα να θεωρηθούν προσβλητικές. Επομένως, είναι απαραίτητο εδώ να εξηγήσω τον ως άνω εντός εισαγωγικών όρο. Τι μπορεί, αλήθεια, να είναι η «απουσία ταλέντων» και ειδικά σε μια χώρα, η οποία, εκτός από συνταξιούχους, παράγει και μεγαλύτερο αριθμό πτυχιούχων πανεπιστημίου από όσους χρειάζεται η αγορά; Επειδή ο καλύτερος τρόπος είναι πάντα το παράδειγμα, «απουσία ταλέντου» είναι ο Τσίπρας, πέρα από τα όποια τυπικά προσόντα απέκτησε – δημοκρατικώ δικαιώματι. Είναι αυτό που βλέπουμε να προσπαθεί να κάνει ή να μην κάνει κάθε μέρα, πάντα με τα ίδια ολέθρια αποτελέσματα. Είναι, ακόμη, τα αγγλικά του Τσίπρα. Είναι, επίσης, αυτό που ένας φίλος καθηγητής θεωρεί το μεγαλύτερο και κοινότερο πρόβλημα μεταξύ των φοιτητών του: «Η αδυναμία των περισσοτέρων να φτιάξουν μια περίληψη ενός επιστημονικού κειμένου με δικά τους λόγια», όπως το θέτει. Είναι, σε τελική ανάλυση, οι σπουδές χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα, πέραν των διαβόητων «επαγγελματικών δικαιωμάτων», που αφορούσαν αποκλειστικά την πρόσληψη από το Δημόσιο.

Για να είμαστε, πάντως, ακριβοδίκαιοι, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η υπερπαραγωγή «απουσίας ταλέντων» έχει και δύο πλεονεκτήματα: εγγυάται την ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, αλλά και τη στελέχωση του Δημοσίου! Σύμφωνοι, όμως αυτό το σύστημα είχαμε και αυτό ήταν που χρεοκόπησε και «έκλεψε τα όνειρα» κάποιων βολεμένων τεμπελχανείων. Τώρα πρέπει να κοιτάξουμε παρακάτω και, ει δυνατόν, να πάμε και παρακάτω.

Το φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων» (άχαρη έκφραση, αλλά αυτή καθιερώθηκε...) είναι συνυφασμένο με την ιστορία του έθνους μας και του κράτους μας. Είναι μέρος της φαύλης σπείρας πολέμων-εξοπλιστικών δαπανών-χρεοκοπιών, όπως περιγράφει ο ιστορικός Γ. Β. Δερτιλής στο τελευταίο βιβλίο του (για το οποίο έγραφα την περασμένη Κυριακή). Ο ίδιος είναι που εξηγεί και περιγράφει με αξιοσημείωτη ενάργεια τη λειτουργία του, στο δοκίμιό του «Πλούτος πτερόεις: καπιταλιστικό ήθος και ανασφάλεια» (στο βιβλίο του «Συνειρμοί, μαρτυρίες, μυθιστορίες»).
Στο κείμενο αυτό, ο ιστορικός εξηγεί πώς οι ιδιαίτεροι παράγοντες της ελληνικής περίπτωσης διαμόρφωσαν μια διαρκή ανασφάλεια στο νέο ελληνικό κράτος, η οποία με τη σειρά της έδωσε συγκεκριμένες μορφές στην οικονομική δράση που ανέπτυξε ο ελλαδικός (τουτέστιν ο Υπαρκτός) Ελληνισμός, δημιουργώντας παράλληλα και το αρμόζον ήθος. Με το σχήμα αυτό, ο ιστορικός εξηγεί και τη ρηχότητα της αστικής παράδοσης του τόπου. Στοιχείο αυτού του ερμηνευτικού σχήματος είναι και ο ιδιότυπος «διεθνικός προσανατολισμός», όπως τον ονομάζει, του ελλαδικού Ελληνισμού. Αυτός, κατά τον Δερτιλή, λειτούργησε και, τηρουμένων των αναλογιών, λειτουργεί και σήμερα σαν μηχανισμός στρατολόγησης των καλυτέρων, στους οποίους προσφέρει ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης και προόδου εκεί όπου αυτές είναι μεγαλύτερες: έξω από την Ελλάδα. «Πολλοί από τους ικανότερους επίδοξους αστούς», γράφει ο Δερτιλής, «φεύγουν· και φεύγουν, κατά τεκμήριο, όσοι είναι ετοιμότεροι να αποδεχθούν το καπιταλιστικό ήθος της Δύσης. [...] Οσοι φτωχοί δεν μεταναστεύουν είναι αρκετοί για να τροφοδοτήσουν με νέο αίμα το εγχώριο αστικό στρώμα· και μένουν, κυρίως, όσοι είναι ετοιμότεροι να συμβιβαστούν με τα εγχώρια ήθη».

Η ιστορική αναδρομή δεν είναι καθόλου παρήγορη· είναι απαραίτητη, όμως, για να εκτιμήσουμε σωστά τις διαστάσεις του προβλήματος με το οποίο καταπιάνεται σήμερα η πολιτική στη χώρα μας. Η πραγματική υπέρβαση της κρίσης προϋποθέτει την ειλικρινή διάθεση κάποιων πολιτικών δυνάμεων να επιφέρουν δομικές αλλαγές στο σύστημα, προς την κατεύθυνση της φιλελευθεροποίησής του. (Να μη χρειάζεται, δηλαδή, να επινοούν οι άλλοι μνημόνια για εμάς...) Προϋποθέτει, επίσης, αυτή η ειλικρινής διάθεση να πάρει τη μορφή συγκεκριμένων πολιτικών και, βεβαίως, με τον καινοτόμο λόγο της να πείσει τον κόσμο να την ακολουθήσει. Με δυο λόγια, προϋποθέτει ένα κόμμα που θα συγκεντρώσει τις όποιες εκσυγχρονιστικές δυνάμεις της κοινωνίας, όπως εκείνο που έφτιαξε ο Βενιζέλος όταν ήλθε στην Ελλάδα μετά το Κίνημα του 1909.

Ωραία. Χρήσιμη η Ιστορία και πάντα υπέροχη η θέα από τον πύργο της· αλλά ας κατεβώ τώρα στην ωμή πραγματικότητα γύρω μας. Υπάρχει η Ν.Δ. υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη – συμπτωματικώς, δισεγγονού της αδελφής του Ελευθερίου Βενιζέλου, που ήταν η γιαγιά του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Ο Κυριάκος ξέρει πολύ καλά ότι ο εκσυγχρονισμός της χώρας είναι όρος για την επιβίωσή της και οι προσπάθειές του εκεί τείνουν σαφώς, παρά την αναπόφευκτη προσοχή στις ισορροπίες. Δεν περιμένω θαύματα· απλώς, η σταθερότητα της πορείας να συνεχίζεται και να εντείνεται. Παρεμπιπτόντως, δε, κυκλοφορεί σχεδόν ελεύθερος –σε λίγο, θα είναι τελείως– και ένας Βενιζέλος, ο Ευάγγελος. Αυτός και πολύ ικανός είναι και ωρίμασε με ενδιαφέροντα τρόπο, ζώντας την κρίση από καίρια κυβερνητική θέση. Κεντρώος είναι ως προς την ιδεολογία – το ΠΑΣΟΚ το είχε ως επάγγελμα. Αφού η θρυλική Κεντροαριστερά δεν πρόκειται να υπάρξει, γιατί να τον αφήνουν μόνο του στο δάσος;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ