Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Τραμπισμός πέρα απ’ τον Τραμπ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σ​​το μυθιστόρημά του «Η συνωμοσία κατά της Αμερικής» ο Φίλιπ Ροθ περιγράφει τι θα γινόταν αν στις ΗΠΑ ο Ρούζβελτ έχανε από τον αντίπαλό του, τον πρωτοπόρο της αεροπορίας Λίντμπεργκ. Τον αντιμετωπίζουν ως ήρωα και σαρώνει διότι υπόσχεται ότι η Αμερική δεν θα μπει στον πόλεμο. Συμμαχεί με τη ναζιστική Γερμανία. Ο Ροθ, βέβαια, επικεντρώνει όλο του το ενδιαφέρον στον αντισημιτισμό, παραγνωρίζοντας ότι οι Εβραίοι δεν ήσαν τα μόνα θύματα του ναζισμού. Στο τέλος αποδεικνύεται πως τον Λίντμπεργκ τον εξεβίαζαν οι ναζί, οι οποίοι είχαν απαγάγει τον γιο του και η ιστορική τάξη αποκαθίσταται. Η ουσία, βέβαια, πέρα από τα φανταστικά γεγονότα είναι ότι ο Ροθ επισημαίνει πως υπάρχει μια Αμερική η οποία είναι επιρρεπής στη ρητορεία του Λίντμπεργκ. Η δημοκρατική συνείδηση και τα κεκτημένα της δεν λειτουργούν ως ιδεολογικές επιταγές, τις οποίες άπαξ και τις υιοθετήσεις καθάρισες από το προπατορικό αμάρτημα.

Προ ημερών διάβασα ένα άρθρο του συγγραφέα Τζέρομ Τσάριν για τις αμερικανικές εκλογές, το οποίο ξεκινούσε με τη φράση: «Ο εμφύλιος πόλεμος δεν τέλειωσε ακόμη» – έτσι για να παίρνουμε θάρρος κι εμείς οι Βαλκάνιοι. Και δεν εννοούσε βέβαια το ζήτημα της δουλείας ή των δικαιωμάτων των νυν «Αφροαμερικανών» και πρώην «νέγρων». Αυτά ανήκουν στην Ιστορία. Εκείνο που, αντιθέτως, είναι ζωντανό ακόμη είναι το βαθύ ρήγμα που τον προκάλεσε. Το πρόβλημα του Αβραάμ Λίνκολν δεν ήταν τόσο η απελευθέρωση των δούλων στις πολιτείες του Νότου. Ηταν η διατήρηση της Ενωσης, την οποίαν απειλούσαν όσες πολιτείες είχαν αποσχισθεί. Εξάλλου, ο ίδιος απέκρουε πεισματικά τις προτάσεις των υπουργών του να καταστρέψουν τις πολιτείες του Νότου μετά τη νίκη. Ανήκαν στην Ενωση και έπρεπε να επανενταχθούν. Οσο για τον μαύρο πληθυσμό, ο ίδιος είχε προτείνει να μετακομίσει αύτανδρος στην Κεντρική Αμερική και για τον σκοπό αυτό θα τους χρηματοδοτούσε – κάτι αντίστοιχο με την πρόταση που έκανε ο κ. Σόιμπλε πέρυσι στον κ. Τσίπρα για να απαλλάξει την Ευρώπη από την παρουσία του νευρασθενούς υπουργού των Οικονομικών του. Ας μου συγχωρεθούν οι τόσες λογοτεχνικές αναφορές, όμως σας συνιστώ ανεπιφυλάκτως την ανάγνωση της μυθιστορηματικής βιογραφίας «Lincoln» του μεγάλου στυλίστα Γκορ Βιντάλ, η οποία δυστυχώς δεν κυκλοφορεί στα ελληνικά.

Το ζητούμενο των εκλογών της Τρίτης 8 Νοεμβρίου στις ΗΠΑ, εκτός από πολιτικό είναι και πολιτισμικό. Δεν αφορά μόνον τις ΗΠΑ αλλά και ολόκληρο τον δυτικό πολιτισμό. Κατ’ αρχάς, να ξεκαθαρίσω κάτι: Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι γελοίος. Ο βαθύπλουτος μεσίτης, ο άρχων των γηπέδων του γκολφ με το ξαπλωμένο σκιουράκι στο κεφάλι του εν είδει κόμης και τη σέξι κυρία του προσφέρει ένα οπτικοακουστικό θέαμα που σίγουρα δεν ανταποκρίνεται σε όσες απαιτήσεις μπορείς να έχεις από τον ηγέτη της μεγαλύτερης δύναμης του πλανήτη. Θα μπορούσε να είναι χαρακτήρας του Μπομπ Χόουπ ή του Χάρρυ Κλυνν πριν χάσει το ταλέντο του. Είναι η «τραχανοπλαγιά» της Αμερικής που έπιασε την καλή.

Ασχέτως αποτελέσματος, όμως, που εύχομαι να μην τον δικαιώσει, ο Τραμπ είναι το γεγονός των αμερικανικών εκλογών. Ενώ το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα εθεωρείτο το κόμμα του οικονομικού κατεστημένου, ο ίδιος απευθύνεται στα φτωχά στρώματα των λευκών. Μια πρόσφατη στατιστική του IPSOS στους New York Times δείχνει ότι το ετήσιο εισόδημα του 45% των ψηφοφόρων της Κλίντον ξεπερνάει τα 100.000 δολάρια. Σεξιστής, πολέμιος της παγκοσμιοποίησης, των εκτρώσεων και του γάμου των ομοφυλοφίλων, πολέμιος των μεταναστών και υπερασπιστής της οπλοκατοχής, οπαδός της ισχυρής αμυντικής πολιτικής των ΗΠΑ και της απόλυτης ατομικής ελευθερίας, παρασύρει στο πέρασμά του όλο το οικοδόμημα της πολιτικής ορθότητας στο οποίο στηρίχθηκε η Αμερική, αλλά και η Ευρώπη. Οπως γράφει η κοινωνιολόγος Annie Russell Hochschild στο έργο της «Ξένοι στη χώρα τους», κάποιος κάτοικος της Λουιζιάνα –μία απ’ τις φτωχότερες πολιτείες– της είπε: «Δεν μπορώ να πω τη λέξη νέγρος, όμως εμένα με λένε χωριάτη». Η Κλίντον πήγε πάρα πέρα: τους χαρακτήρισε «αξιοθρήνητους».

Και τώρα ας έλθουμε στον Τραμπισμό. Ο προοδευτικός λυρισμός, κι ας είναι χαχόλος σαν τον δικό μας, δέχεται τη βαθιά μνήμη για λογαριασμό του. Την έχει για σημαία του. «Οι αγώνες του λαού», «οι αγώνες των γυναικών και των ομοφυλοφίλων» έχουν σίγουρα ιστορία. Ο προοδευτικός λυρισμός, όμως, και η Αριστερά δεν μπορούν να δουν ότι υπάρχει και μια βαθιά μνήμη της συντήρησης. Βαθιά και ίσως βαθύτερη. Και αυτήν τη μνήμη εκφράζει ο Ντόναλντ Τραμπ, όπως και η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία.

Ο πορτοφολάς της φιλοσοφίας και πνευματικός πατέρας του Τσίπρα, ο Σλάβοϊ ο Ζίζεκ, είπε πως θα ψήφιζε Τραμπ. Με την ίδια λογική μάς είχε παροτρύνει να κάνουμε εμφύλιο για να βγούμε από την κρίση. Εντάξει, ο απατεωνίσκος θαυμαστής του Ροβεσπιέρου ξέρει ότι, λεκιάζοντας με τη δήλωσή του το κοστουμάκι της προόδου, δεν θα περάσει απαρατήρητος. Υπάρχει όμως και κάτι πιο πονηρό. Και αυτό λέγεται «τραμπισμός». Το οικοδόμημα που έστησε η αντίληψη ότι ο κόσμος είναι καταδικασμένος να «προοδεύει» καταργώντας τα όρια που τον έφτιαξαν –φυλετικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά– τρίζει επικίνδυνα. Και μαζί του το δημοκρατικό πολίτευμα που το δημιούργησε. Και στην πτώση του στοχεύει ο Σλοβένος με το ιδρωμένο μπλουζάκι.

Μήπως όμως η Δημοκρατία, και ο δυτικός πολιτισμός μαζί της, οφείλει να ακολουθήσει τον δρόμο της αυτοσυνειδησίας; Τον δρόμο της διαχείρισης των ορίων και όχι της κατάργησής τους;

 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ