ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πώς έγραψα την ομιλία του Κλίντον το 1999

PAUL GLASTRIS*

Την ημέρα που ο πρόεδρος Κλίντον πήγε με την κόρη του Τσέλσι στον Παρθενώνα, έβρεχε. Ο λογογράφος του αφηγείται πως είχε αρχίσει να σκέφτεται τις εναλλακτικές εκδοχές για την ομιλία, όμως ανοίγοντας την τηλεόραση, είδε τον πρόεδρο να μιλάει κρατώντας μια ομπρέλα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οταν ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα θα απευθυνθεί στον ελληνικό λαό από την Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου, θα κληθεί να κάνει ασκήσεις ισορροπίας. Θα πρέπει να εκφράσει την υποστήριξη της Ουάσιγκτον για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, χωρίς όμως να αποξενώσει την τρόικα ή να υπονομεύσει την εκτέλεση περαιτέρω οικονομικών μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα.

Θα πρέπει να εξάρει την υποδειγματική διαχείριση της προσφυγικής κρίσης από την Ελλάδα, χωρίς όμως να ενθαρρύνει περισσότερους πρόσφυγες να έρθουν στη χώρα. Θα πρέπει να στείλει το σήμα πως συμμερίζεται τις πολύ πραγματικές ανησυχίες της Ελλάδας για την ασφάλεια στο Αιγαίο, χωρίς όμως να προκαλέσει τον Τούρκο πρόεδρο να προβεί σε κάποια ανόητη πράξη.

Πριν από 17 χρόνια, ο Αμερικανός πρόεδρος Μπιλ Κλίντον είχε και αυτός κληθεί να αντιμετωπίσει προκλήσεις όταν είχε ταξιδέψει σε Ελλάδα και Τουρκία, με στόχο να μειώσει την ένταση που υπήρχε μεταξύ των δύο χωρών και γενικότερα στην περιοχή των Βαλκανίων. Ως ο μοναδικός Ελληνοαμερικανός μεταξύ των λογογράφων του προέδρου Κλίντον, είχε ανατεθεί σε εμένα το καθήκον να γράψω τον λόγο που θα εκφωνούσε ο κ. Κλίντον στην Αθήνα. Ο πόλεμος στο Κοσσυφοπέδιο είχε λήξει μόλις έξι μήνες νωρίτερα και στην Ελλάδα επικρατούσε ακόμη εκνευρισμός. Εκείνο το καλοκαίρι είχε γίνει η αρχή της λεγόμενης «διπλωματίας των σεισμών» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, μετά την εκδήλωση καταστροφικών σεισμών και στις δύο χώρες.

Υστερα από δεκαετίες έντασης, το διπλωματικό άνοιγμα υποσχόταν καλυτέρευση των σχέσεων Ελλάδας - Τουρκίας, ωστόσο τίποτα δεν ήταν προκαθορισμένο. Μόλις τρία χρόνια νωρίτερα οι στρατοί Ελλάδας και Τουρκίας είχαν σχεδόν συγκρουστεί εξαιτίας μιας ακατοίκητης νησίδας του Αιγαίου και είχε αναγκαστεί να παρέμβει ο ίδιος ο κ. Κλίντον ώστε να αποκλιμακωθεί η ένταση.

Ο «Τρίτος Δρόμος»

Ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κώστας Σημίτης, και ο υπουργός των Εξωτερικών, Γιώργος Παπανδρέου, ήταν κεντροαριστεροί μεταρρυθμιστές από το ίδιο καλούπι του «Τρίτου Δρόμου» απ’ όπου προερχόταν και ο κ. Κλίντον. Ο πρόεδρος και τα μέλη του επιτελείου του για την εξωτερική πολιτική, με τα οποία είχα συνεργαστεί –ο προσωπάρχης του, Τζον Ποντέστα, ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας, Σάντι Μπέργκερ, και οι επιτελείς του Τόνι Μπλίνκεν, Φιλ Γκόρντον και Τομ Μαλινόβσκι, οι Αμερικανοί πρεσβευτές σε Ελλάδα, Νίκολας Μπερνς, και Τουρκία, Μαρκ Γκρόσμαν, και ο Αλεκ Μάλι, αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών αρμόδιος για την Ελλάδα–, ήθελαν ο κ. Κλίντον με την ομιλία του να υποστηρίξει τόσο τη διεθνή πολιτική της κυβέρνησης Σημίτη όσο και να την ενθαρρύνουν να τη συνεχίσει.

Αυτή η συνέχεια περιελάμβανε την ανάληψη ηγετικού ρόλου από την Ελλάδα στην προσπάθεια να ξεφύγει η Σερβία από τη δικτατορία και τη σύγκρουση με την Ευρώπη και να επιστρέψει στη δημοκρατία και στη συνεργασία με την Ευρώπη. Σήμαινε ακόμη πως η Ελλάδα θα καλούνταν να διαπραγματευτεί μια γενναία συμφωνία με την Τουρκία. Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας η Ελλάδα θα έπαυε να εμποδίζει την υποψηφιότητα της Τουρκίας ώστε να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, κάτι που η Τουρκία ήθελε απελπισμένα. Σε αντάλλαγμα, η Τουρκία θα αναθεωρούσε το Σύνταγμά της με τρόπο που να ικανοποιεί την Ελλάδα, τις ΗΠΑ και την υπόλοιπη Ευρώπη (μεγαλύτερη προστασία των μειονοτήτων, περιορισμός της επιρροής του στρατού σε πολιτικές υποθέσεις κ.ά.) και θα άρχιζε ξανά διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό.

Ωστόσο κανείς από αυτούς τους στόχους δεν ήταν πιθανό να επιτευχθεί χωρίς τη συνεχή εμπλοκή των ΗΠΑ.

Δύο εμπόδια

Υπήρχαν όμως δύο μεγάλα εμπόδια. Το πρώτο ήταν η βαθιά καχυποψία και εχθρότητα που επικρατούσε στην Ελλάδα έναντι των ΗΠΑ και η οποία είχε τις ρίζες της στην άφρονα υποστήριξη των ΗΠΑ προς τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Το δεύτερο εμπόδιο ήταν το Κοσσυφοπέδιο. Αν και η κυβέρνηση Σημίτη δεν είχε παρεμποδίσει τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και είχε επιτρέψει στα στρατεύματα του ΝΑΤΟ να διασχίσουν την ελληνική επικράτεια, ο πόλεμος είχε προκαλέσει θυμό στην πλειονότητα του ελληνικού λαού. Ο θυμός είχε στόχο απευθείας τον κ. Κλίντον.

Εκείνη την εποχή εργαζόμουν στον Λευκό Οίκο με αντικείμενο την εκστρατεία στο Κοσσυφοπέδιο και θυμάμαι ότι είχα λάβει μια τηλεφωνική κλήση από έναν συγγενή μου στην Ελλάδα τον οποίον λατρεύω, ο οποίος με παρακαλούσε να κάνω κάτι ώστε να πείσω το αφεντικό μου να σταματήσει να διαπράττει «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας». Δεν συμμεριζόμουν τη γνώμη του συγγενή μου, διότι είχα δει με τα ίδια μου τα μάτια τα εγκλήματα του καθεστώτος Μιλόσεβιτς όσο εργαζόμουν ως δημοσιογράφος στη Βοσνία. Ομως καθώς επεξεργαζόμουν την ομιλία που θα έδινε ο κ. Κλίντον στην Αθήνα –έχοντας προηγουμένως ζητήσει τη συμβουλή πολλών Ελληνοαμερικανών φίλων– προσπάθησα να μεταδώσω κάτι από την αγωνία του συγγενή μου.

Ηταν προγραμματισμένο να παραμείνουμε στην Ελλάδα δύο ημέρες, ωστόσο η διαμονή μας είχε περιοριστεί σε μία ημέρα εξαιτίας του γεγονότος ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε δηλώσει πως δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τις αυστηρές απαιτήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης για επιπλέον ασφάλεια. Η απαίτηση αυτή οφειλόταν στις ανησυχίες μας για την απειλή από βίαιες διαδηλώσεις και από τη δράση των τρομοκρατών της «17 Νοέμβρη» που ακόμη κυκλοφορούσαν ελεύθεροι. Καθώς το προεδρικό αεροσκάφος είχε αρχίσει να κατεβαίνει στη νυχτερινή Αθήνα, μπορούσαμε να διακρίνουμε από τα παράθυρά του τη λάμψη από τις φωτιές που είχαν ανάψει στο κέντρο της πόλης διαδηλωτές που ήταν εξαγριωμένοι εξαιτίας της επίσκεψης του κ. Κλίντον.

Στο επίσημο δείπνο

Κατά το επίσημο δείπνο στο Ζάππειο Μέγαρο εκείνο το βράδυ, ο πρόεδρος, η Πρώτη Κυρία Χίλαρι Κλίντον, η υπουργός Εξωτερικών Μαντλίν Ολμπράιτ και τα υπόλοιπα μέλη της αμερικανικής αποστολής άκουσαν τον Ελληνα Πρόεδρο Κωστή Στεφανόπουλο να εκφωνεί έναν λόγο που αποτελούσε αυστηρό μάθημα για την κακοπιστία των Τούρκων και τα δεινά που υπέμεναν οι λησμονημένοι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες.

Ορισμένοι από τους συναδέλφους μου είχαν ερμηνεύσει την ομιλία Στεφανόπουλου ως ακόμη ένα σημάδι ασέβειας προς τον κ. Κλίντον. Ομως ο κ. Κλίντον το είχε αντιμετωπίσει ψύχραιμα. Ισως καταλάβαινε πως ο κ. Στεφανόπουλος έπαιζε, όπως λέμε στην Αμερική, τον ρόλο του «κακού μπάτσου», δίνοντας φωνή στην ελληνική κοινή γνώμη. (Την επόμενη ημέρα ο κ. Σημίτης, παίζοντας τον ρόλο του «καλού μπάτσου», είχε χρησιμοποιήσει πολύ πιο συμφιλιωτικό τόνο.) Οταν είχα ξυπνήσει το επόμενο πρωινό στο ξενοδοχείο Χίλτον, είχα κοιτάξει έξω από το παράθυρο και είχα ανακαλύψει προς κατάπληξή μου ότι έβρεχε. Το πρόβλημά μου ήταν πως η ομιλία που θα εκφωνούσε ο κ. Κλίντον άρχιζε με τον πρόεδρο να αναπολεί το θαύμα της Ακρόπολης την οποία θα επισκεπτόταν εκείνο το πρωινό. Σε κατάσταση πανικού είχα αρχίσει να σκέφτομαι εναλλακτικές εκδοχές για την αρχή του λόγου που θα εκφωνούσε ο πρόεδρος. Μετά είχα ανοίξει την τηλεόραση ώστε να δω τις ειδήσεις. Είδα στην οθόνη τον πρόεδρο να κρατάει μια ομπρέλα και να έχει στο πλευρό του την κόρη του Τσέλσι και να περπατάει περιχαρής γύρω από τον Παρθενώνα. Στη συνέχεια ο κ. Κλίντον είχε επιστρέψει στο Χίλτον, όπου επρόκειτο να παραχωρήσει τη σημαντική του ομιλία. Υστερα από ευγενική προσφώνηση του κ. Σημίτη, ο κ. Κλίντον ξεκίνησε τον λόγο του λέγοντας ότι ταυτίζεται με το ακροατήριό του. Μίλησε επίσης για τα δώρα που προσέφερε η αρχαία Ελλάδα στον κόσμο, όπως τη δημοκρατία και την παιδεία, μνημονεύοντας τον περίφημο στίχο του ποιητή Σέλεϊ: «Είμαστε όλοι Ελληνες».

Επαίνεσε μάλιστα τη δυναμικότητα και τη συμβολή της ελληνοαμερικανικής κοινότητας στην πρόοδο των ΗΠΑ, αναφέροντας ονομαστικά τον παιδικό του φίλο από το Αρκανσο, Ντέιβιντ Λεοπούλις, «ο οποίος, ύστερα από 45 χρόνια, συνεχίζει να μου στέλνει κάθε εβδομάδα email για την Ελλάδα και τα ελληνικά θέματα, έτσι ώστε να μην ξεχαστώ». (Το σχόλιο αυτό, χαριτωμένο μείγμα κολακείας και ειλικρίνειας, ήταν –όπως και πολλά άλλα εδάφια της ομιλίας– αποτέλεσμα αυτοσχεδιασμού.) Ο Μπιλ Κλίντον συνέχισε αναφερόμενος στη μακρά ιστορία φιλίας μεταξύ ΗΠΑ και Ελλάδας, όπως και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η κρίσιμη αποστροφή

Και μετά είπε αυτό: «Οταν η χούντα κατέλυσε το πολίτευμα το 1967, οι ΗΠΑ επέτρεψαν στα γεωπολιτικά τους συμφέροντα εν μέσω Ψυχρού Πολέμου να κυριαρχήσουν των συμφερόντων τους –ή πιο σωστά των υποχρεώσεών τους– που θα ήταν η προάσπιση της δημοκρατίας, η οποία ήταν άλλωστε ο λόγος για τον Ψυχρό Πόλεμο. Είναι σημαντικό να το παραδεχθούμε». Με τις δύο αυτές προτάσεις, που έμειναν στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων ως συγγνώμη, παρότι δεν ήταν τέτοια, ο πρόεδρος πέτυχε να ανατρέψει την καχυποψία του ελληνικού πληθυσμού απέναντι στις ΗΠΑ και να κάνει τους Ελληνες ακροατές της ομιλίας του να ακούσουν προσεκτικά τα λόγια του.

Η ομιλία του από το σημείο εκείνο υπήρξε μια εκτενής έκκληση στην Ελλάδα, έτσι ώστε αυτή να αναλάβει την ηγεσία στην προώθηση της σταθερότητας και της δημοκρατίας στην περιοχή και στη γεφύρωση των εθνοτικών και θρησκευτικών διχασμών. «Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τις αδικίες που έχουμε υποστεί, ούτε και να απαλείψουμε τις μνήμες των σφαλμάτων που έχουμε διαπράξει», είπε ο κ. Κλίντον, μιλώντας εξίσου για τη δική του χώρα, όσο και για αυτή του ακροατηρίου του, για να συνεχίσει: «Είναι, όμως, δυνατόν να διαμορφώσουμε την Ιστορία, χωρίς να είμαστε δεσμώτες της». Ο πρόεδρος επαίνεσε τις ειρηνευτικές πρωτοβουλίες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, για να παραδεχθεί ότι υπήρξαν «για πολλούς λόγους δυσκολότερες για την Ελλάδα, παρά για την Τουρκία».

Μίλησε χωρίς περιστροφές ή απολογητική διάθεση για τη δράση του ΝΑΤΟ κατά του καθεστώτος Μιλόσεβιτς, αλλά και για τις ελπίδες του για συμφιλίωση: «Ο σερβικός λαός διαθέτει πλούσια και υπερήφανη ιστορία, βαθιά αγάπη στην ελευθερία, ενώ η θέση του βρίσκεται δικαιωματικά στο τραπέζι της ευρωπαϊκής ενοποίησης... Τους αξίζει κάτι καλύτερο από το να στενάζουν κάτω από τον ζυγό του τελευταίου δικτατορικού καθεστώτος της Ευρώπης».

Το βαλκανικό θέμα

Μίλησε με θέρμη για την προθυμία της ελληνικής κυβέρνησης να προσφέρει αρωγή στους πολίτες του Κοσσυφοπεδίου «ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή, εν μέσω μαχών», αλλά και για τα μεγάλα χρηματικά ποσά σε κρατικές και ιδιωτικές επενδύσεις που προσέφερε η Ελλάδα στα Νότια Βαλκάνια. Η ομιλία αυτή υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχημένη, εξασφαλίζοντας τους επαίνους σχολιαστών, οι οποίοι πριν από λίγο μόλις καιρό καταδίκαζαν τον Μπιλ Κλίντον. «Ελπίζω ότι τα λόγια του κ. Κλίντον θα πείσουν τους Ελληνες για τα οφέλη της επανεξέτασης της Ιστορίας και της παραδοχής των σφαλμάτων που έχουν διαπραχθεί. Η ικανότητα της αυτοκριτικής είναι αναγκαία για την επίλυση των διενέξεων με τους αντιπάλους μας», είπε ο πανεπιστημιακός Τεντ Κουλουμπής στους Los Angeles Times.

Ενα μήνα αργότερα, η ελληνική κυβέρνηση ήρε το βέτο της στην τουρκική υποψηφιότητα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία παρότι πολιτικά επικίνδυνη, είχε καταστεί πιο εύπεπτη χάρη στην ομιλία Κλίντον. Η Τουρκία προχώρησε σε μεταρρύθμιση του Συντάγματός της. Χάρη στην κρίσιμη παρέμβαση Ελλήνων διπλωματών, η αντιπολίτευση στη Σερβία επικράτησε και ο δικτάτορας Μιλόσεβιτς οδηγήθηκε ενώπιον της Δικαιοσύνης. Οταν το προεδρικό αεροσκάφος απογειώθηκε το βράδυ της ομιλίας του Μπιλ Κλίντον, έμεινα στην Αθήνα για να επισκεφθώ τους συγγενείς μου στην Καλλιθέα.

Στο Μοναστηράκι

Πριν επιστρέψω στις ΗΠΑ, επισκέφθηκα το Μοναστηράκι για να αγοράσω αναμνηστικά δώρα με δύο εξαδέλφες μου, την Πούπα και τη Γιάννα. Μη έχοντας βρει αυτά που έψαχνα, περιηγηθήκαμε στους δρόμους του κέντρου, όπου είχαν σημειωθεί τα επεισόδια. Στο πεζοδρόμιο, έξω από καμένες τράπεζες και καταστήματα, παρατήρησα αστραφτερά κομμάτια λευκής πέτρας. Η αρχιτέκτων Πούπα μού εξήγησε ότι η πέτρα αυτή ήταν πεντελικό μάρμαρο, υλικό από το οποίο χτίστηκε ο Παρθενώνας. Τμήματα του μαρμάρου αυτού είχαν χρησιμοποιηθεί σε προσόψεις καταστημάτων. Οι διαδηλωτές είχαν αφαιρέσει το μάρμαρο, για να το θρυμματίσουν και να πετάξουν τα κομμάτια στις βιτρίνες των καταστημάτων.

Η σχεδιάστρια Γιάννα είχε μια ιδέα: «Γιατί δεν παίρνεις μερικά από τα κομμάτια αυτά για αναμνηστικά;», μου είπε. Τοποθετήσαμε μερικά σε πλαστική σακούλα. Εχοντας επιστρέψει στην Ουάσιγκτον, τα επέδειξα σε κατάστημα επιγραφών, το οποίο τοποθέτησε σε αυτά μικρές πλακέτες που έγραφαν: «Αθήνα, Ελλάδα, 19-20 Νοεμβρίου», προτού τα προσφέρω σε συναδέλφους μου στον Λευκό Οίκο, αλλά και στον ίδιο τον πρόεδρο Κλίντον. Οι πρόεδροι δέχονται χιλιάδες δώρα κάθε χρόνο, τα περισσότερα από τα οποία καταλήγουν σε αποθήκες. Ο πρόεδρος Κλίντον, όμως, διατήρησε το μικρό αυτό θραύσμα μαρμάρου στο Οβάλ Γραφείο μέχρι το τέλος της θητείας του.

Πολλά άλλαξαν τα τελευταία 17 χρόνια. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν η Ελλάδα και οι ΗΠΑ έχουν αλλάξει και αποτελούν επιπτώσεις των τραγικών σφαλμάτων που κάθε χώρα διέπραξε κατά τα χρόνια αυτά. Αυτό που κάνει ιδιαίτερο τον λόγο του πρόεδρου Κλίντον το 1999 –και τον καθιστά ακόμη επίκαιρο– είναι τα επιχειρήματά του υπέρ της συμφιλίωσης και της διαφάνειας. Ο κόσμος γίνεται δυνατότερος όταν τα κράτη είναι ειλικρινή σε ό,τι αφορά τα σφάλματα του παρελθόντος τους και ευεπίφορα στις ανάγκες, απόψεις και επιρροές του άλλου. Οι αξίες αυτές δέχονται επίθεση σήμερα και στις δύο ακτές του Ατλαντικού.

Διατηρούνται, όμως, με αξιοθαύμαστο τρόπο στην Ελλάδα, όπως δείχνει η φιλόξενη αντιμετώπιση των προσφύγων.

Την ώρα που ο πρόεδρος Ομπάμα και οι σύμβουλοί του εργάζονται πυρετωδώς για να συντάξουν την ομιλία του της 15ης Νοεμβρίου, ελπίζω να «κλέψουν» ένα εδάφιο από την ομιλία Κλίντον του 1999: «Μία ακόμη σπουδαία δημοκρατική αρετή έχει τις ρίζες της εδώ στην Αθήνα: η αποδοχή ότι οι πολιτιστικές διαφορές είναι αυτές που κάνουν τη ζωή πιο ενδιαφέρουσα. Οπως μας μετέφερε ο Θουκυδίδης, ο Περικλής είπε στον περίφημο επικήδειο: “Διατηρούμε την Αθήνα ανοιχτή σε όλους και ουδέποτε εκδιώκουμε τον ξένο”. Δύο χιλιάδες και πλέον χρόνια αργότερα, η Ελλάδα παραμένει ανοιχτή στον κόσμο, ενώ προσευχόμαστε ότι παντού στον κόσμο όλοι θα λένε κάποτε: Δεν εκδιώκουμε κανέναν ξένο».

*Πρώην λογογράφος του προέδρου Μπιλ Κλίντον και διευθυντής του Washington Monthly.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ