ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ρεπορτάζ: ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΑΚΑΟΥΝΑΚΗ

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ - ΑΠΟΣΤΟΛΗ. Μια ομάδα διαδηλωτών ενάντια στον υποψήφιο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, Ντόναλντ Τραμπ, βρισκόταν από νωρίς έξω από το μικρό εκθεσιακό κέντρο του Νιου Τζέρσεϊ, όπου ο υποψήφιος πρόεδρος θα μιλούσε, πριν από ακριβώς δύο εβδομάδες. Στην εκδήλωση εκείνη, που είχε διοργανωθεί από την Ενωση Ρεπουμπλικανών Ινδουιστών, τα εισιτήρια (για φιλανθρωπικό σκοπό) ξεκινούσαν από 10 δολάρια και έφταναν τα 100 για τους λίγους «τυχερούς» που θα κάθονταν στις πρώτες σειρές.

Η ομάδα που είχε έρθει να διαμαρτυρηθεί κρατούσε πλακάτ με συνθήματα ενάντια στη ρητορική μίσους του Τραμπ για τους μουσουλμάνους. Ενας Ινδός ψηφοφόρος τούς πλησιάζει και ξεκινούν μια συζήτηση.

Αμέσως τα τηλεοπτικά συνεργεία τρέχουν να μαγνητοσκοπήσουν τον... επικείμενο καβγά, αλλά η συζήτηση, παρότι έντονη, παραμένει «πολιτισμένη». Ο Τραμπ ήταν προγραμματισμένο να μιλήσει στις 8 το βράδυ, το σόου πριν από την ομιλία θα ξεκινούσε στις 5 το απόγευμα, αλλά μας είχαν ενημερώσει από το προηγούμενο βράδυ πως όλοι οι δημοσιογράφοι θα έπρεπε να είμαστε εκεί από τις 2 το μεσημέρι για να διαπιστευτούμε.

Οταν επικοινωνήσαμε με την ομάδα του Τραμπ για να τους ενημερώσουμε πως θα καθυστερήσουμε, το δέχθηκαν, αλλά μας προειδοποίησαν πως ο έλεγχος γίνεται πλέον από τις μυστικές υπηρεσίες και είναι εξονυχιστικός – υπήρχε κίνδυνος να μην μπορέσουμε να μπούμε. Τελικά, μέσα σε 20 λεπτά και χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, είχαμε καταφέρει να μπούμε στην αίθουσα της εκδήλωσης – μάθαμε αργότερα από συναδέλφους πως η εξάωρη αναμονή που ήθελαν να επιβάλουν είναι ένα συνηθισμένο... καψόνι στο πλαίσιο της «θυελλώδους» σχέσης Τραμπ και δημοσιογράφων.

Με το που έμπαινες στον χώρο της εκδήλωσης, σε καλωσόριζε μια γιγαντοαφίσα με τον Τραμπ καθισμένο σε στάση λωτού να διαλογίζεται. Μέσα στην αίθουσα, συναντούσες τους «κλασικούς» οπαδούς του (ηλικίας 50-60 ετών με μπλούζες και καπέλα με συνθήματα εναντίον της Κλίντον), αλλά στην πλειονότητά του το κοινό ήταν Ινδοί. Οι περισσότεροι είχαν έρθει με τις οικογένειές τους και πολλοί ήταν ντυμένοι με παραδοσιακές φορεσιές.

Οσους ρωτήσαμε μας είπαν πως στηρίζουν τον Τραμπ επειδή είναι τόσο επιτυχημένος και θα φέρει δουλειές. Το γεγονός ότι στοχοποιεί τους μουσουλμάνους –πολλοί εκ των οποίων είναι Ινδοί– δεν φάνηκε να ενοχλεί κανέναν από όσους μιλήσαμε. Τουναντίον, είναι κάτι που θα έπρεπε να έχει γίνει από καιρό, μας λένε.

Η κόντρα μεταξύ ινδουιστών και μουσουλμάνων καλά κρατεί στο συγκεκριμένο κοινό. Πλακάτ που γράφουν «Τραμπ για εξπρές πράσινες κάρτες» ή «Τραμπ για μια δυνατή Ινδία» μοιράζονται στο κοινό. Η καντίνα πουλάει ποπ κορν και κάποιες ινδικές σπεσιαλιτέ, και το σόου αρχίζει. Διάσημοι καλλιτέχνες του Bollywood τραγουδούν τις επιτυχίες τους και κάποια στιγμή ξεκινάει ένα θεατρικό.

Το χάπενινγκ

Δύο ζευγάρια χορεύουν βαλς στη σκηνή, αλλά ο χορός τους διακόπτεται ξαφνικά από δύο άνδρες που φορούν κελεμπίες. Εχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους και πυροβολούν με λέιζερ. Από τα μεγάφωνα ακούγονται αραβικά. Είναι προφανές ότι υποδύονται τζιχαντιστές... Η αστυνομία παρεμβαίνει και σώζει τα δύο ζευγάρια. Ολοι χειροκροτούν ενθουσιασμένοι και σηκώνονται για να τραγουδήσουν τον αμερικανικό εθνικό ύμνο.

Αμέσως μετά, ακολουθεί χορευτικό υπό τους ήχους του τραγουδιού του Μπρους Σπρίνγκστιν «Βorn in the USA» και κάπου εκεί εμφανίζεται και ο Τραμπ. Ανάβει ένα τεράστιο χρυσό λυχνάρι που έχει τοποθετηθεί στη σκηνή και στη συνέχεια παίρνει το μικρόφωνο. Λέει ότι προηγείται στις δημοσκοπήσεις και πως σε λίγες εβδομάδες οι Ινδοί θα έχουν έναν καλό φίλο στον Λευκό Οίκο. Δεν έχει ακριβώς τον ενθουσιασμό που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στις προεκλογικές του εμφανίσεις. Ισως γιατί το κοινό του εκείνο το βράδυ δεν ανταποκρίνεται με τον ίδιο ενθουσιασμό που έχει συνηθίσει, όταν φωνάζει πως θα στείλει την Κλίντον στη φυλακή ή ότι θα χτίσει το τείχος στα σύνορα με το Μεξικό.

Μπορεί βέβαια να φταίει και το γεγονός πως είχε περάσει μόλις μία εβδομάδα από τις αποκαλύψεις για το πώς φέρεται στις γυναίκες και η πιθανότητα να φτάσει στον Λευκό οίκο έμοιαζε να απομακρύνεται. Ο Τραμπ μιλάει για περίπου 15 λεπτά. Με το που τελειώνει την ομιλία του, παρότι το σόου συνεχίζεται, ο κόσμος βγαίνει προς τα έξω. Στην έξοδο βρίσκονται ακόμα οι διαδηλωτές. Αυτή τη φορά όμως μέσα σε λίγα λεπτά η συζήτηση καταλήγει σε καβγά – κάποιοι αρχίζουν να κινούνται επιθετικά. Η αστυνομία πλησιάζει και είναι έτοιμη να παρέμβει.

«Αυτό δεν είναι τίποτα! Είναι η... ρουτίνα αυτής της προεκλογικής περιόδου!», θα σχολιάσει μια συνάδελφος δημοσιογράφος που μάλλον με είδε να κοιτάω με αγωνία για το πώς θα... εξελιχθεί η φασαρία. Εχει παρακολουθήσει πολλές συγκεντρώσεις και, όπως με συμβούλευσε αποχαιρετώντας με, μάλλον θα πρέπει να τις συνηθίσουμε, γιατί όποιος και αν κερδίσει, παρόμοιες εικόνες θα βλέπουμε για πολύ καιρό ακόμα...

Γιατί ανησυχούν μουσουλμάνοι και Μεξικανοί

«Ο Τραμπ έχει νομιμοποιήσει τις φωνές αυτών που μέχρι τώρα βρίσκονταν στο περιθώριο και, είτε κερδίσει είτε χάσει, η ζημιά έχει γίνει», σχολιάζει η Αθίρ Γιακούμπ την επόμενη ημέρα, όταν συζητάμε την επιθετική στάση των οπαδών του Τραμπ.

Η Αθίρ γεννήθηκε στην Αλαμπάμα από Παλαιστίνιους γονείς. Οταν πρωτοάκουσε τον Τραμπ να προτείνει την απαγόρευση εισόδου στη χώρα όλων των μουσουλμάνων, δεν έδωσε και μεγάλη σημασία. «Ηταν εύκολο να τον αγνοήσεις ως έναν τρελό που βγαίνει σε ένα ριάλιτι. Αλλά όσο περνούσε ο καιρός και πλησίαζε επικίνδυνα τον Λευκό Οίκο, δεν ήταν πλέον καθόλου αστείο».

Στο Μανχάταν

Είναι Κυριακή απόγευμα και καθόμαστε σε ένα μπαρ με σκηνή για stand up comedy στο Μανχάταν. H Αθίρ είναι κωμικός στο επάγγελμα και μαζί με άλλους συναδέλφους της έχει φτιάξει ένα πρόγραμμα όπου στοχοποιούν... εκείνοι τον Τραμπ.

Είναι η σειρά της να ανεβεί στη σκηνή. «Είναι κανείς άλλος μουσουλμάνος εδώ;», ρωτάει το κοινό αφού συστηθεί. «Κανείς; Κανείς δεν θέλει το παραδεχτεί, σωστά;», το κοινό από κάτω γελάει.

«Ανησυχούμε όλοι πάρα πολύ», θα μου πει, αφού τελειώσει το πρόγραμμά της. «Εγώ ευτυχώς δεν το έχω ζήσει ακόμα, αλλά ακούω καθημερινά από φίλους και συγγενείς σε άλλες πόλεις πως στα καλά καθούμενα μπορεί κάποιος να τους βρίσει στον δρόμο ή να τους φωνάξει “να πάνε σπίτι τους”. Μόνο που το σπίτι τους είναι εδώ! Είναι πραγματικά τρομακτικό».

Στο Μπρούκλιν

Το ίδιο μάς μεταφέρει και ο Μεξικανός Ρικάρντο Ακα, που συναντήσαμε στην ισπανόφωνη συνοικία του Μπρούκλιν. Εκείνος ήταν 14 ετών όταν πέρασε τα σύνορα του Μεξικού, εκεί όπου σήμερα θέλει να χτίσει το τείχος ο Τραμπ. Η μητέρα του βρισκόταν ήδη στις ΗΠΑ, δουλεύοντας παράνομα και προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να φέρει κοντά της τον γιο της. Νόμιμος τρόπος δεν υπάρχει και έτσι χιλιάδες μετανάστες ζουν και εργάζονται παράνομα. Μόνο στη Νέα Υόρκη οι παράνομοι μετανάστες καλύπτουν 340.000 θέσεις εργασίες.

Ο Ρικάρντο πάλεψε σκληρά να ενσωματωθεί στη νέα του ζωή. Εμαθε μόνος του τη γλώσσα (κυρίως ακούγοντας τραγούδια), αργότερα πήγε στο σχολείο και κατάφερε να μπει σε ένα πρόγραμμα του Ομπάμα για ανηλίκους και να πάρει προσωρινή άδεια, κάτι που ο Τραμπ σκοπεύει να καταργήσει εάν εκλεγεί. Εκτοτε δουλεύει σε ένα εστιατόριο μέσα στο κτίριο του... Τραμπ.

Οταν άκουσε τον υποψήφιο πρόεδρο να επιτίθεται στους Μεξικανούς, ο Ρικάρντο θύμωσε πολύ. Ετσι, όταν είδε σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου έναν συμπατριώτη του να κρατάει πλακάτ με μια βρισιά για τον Τραμπ, δεν δίστασε να φωτογραφηθεί κρατώντας την και να την «ανεβάσει» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρά το γεγονός ότι μπορεί να έβρισκε τον μπελά του στη δουλειά του.

Στο γήπεδο

Και αυτό ήταν η αρχή. Τις επόμενες ημέρες, έφτιαξε πλακάτ με όλες τις λέξεις που είχε χρησιμοποιήσει ο Τραμπ για να χαρακτηρίσει τους Μεξικανούς («δεν είμαι βιαστής, εγκληματίας, έμπορος ναρκωτικών κ.ο.κ.») και πήγε ξανά στο γήπεδο. Η ιδέα ήταν να φωτογραφίσει οικογένειες, και παρέες Μεξικανών να τις κρατάνε.

«Φοβόμουν πως κανείς δεν θα ήθελε να συμμετάσχει. Ξέρετε, οι παράνομοι μετανάστες προτιμάμε να κινούμαστε στη σκιά και να μην παίρνουμε θέση στα πολιτικά. Αλλά αυτό που έζησα εκείνη την ημέρα ήταν μοναδικό. Με το που κατάλαβαν το τι ακριβώς κάνω, όλοι ήθελαν να πάρουν μέρος».

Οι φωτογραφίες και η ιστορία του Ρικάρντο τράβηξαν την προσοχή ενός σκηνοθέτη, ο οποίος του ζήτησε να πρωταγωνιστήσει σε ένα μικρό βίντεο. Ο τίτλος; «Ο παράνομος μετανάστης που δουλεύει για τον Τραμπ». Ο Ρικάρντο δέχτηκε, αλλά είχε αγωνία. Θυμάται πως μια ημέρα τηλεφώνησε στον σκηνοθέτη για να του πει ότι άλλαξε γνώμη: «Και εάν πάω στη δουλειά και απλά με... εξαφανίσουν;». Είναι τρελό, αλλά κάτι τέτοιες σκέψεις μού περνούσαν από το μυαλό, λέει γελώντας.

Το βίντεο είχε τεράστια επιτυχία. Οταν την επομένη πήγε στη δουλειά του στο κτίριο του Τραμπ, μπήκε στην κουζίνα διστακτικά. Ολοι οι συνάδελφοί του –μετανάστες στην πλειονότητά τους– άρχισαν να χειροκροτούν και να τον αγκαλιάζουν.

Η διοίκηση βέβαια δεν έδειξε τον ίδιο ενθουσιασμό: του ζήτησαν να «κατεβάσει» το βίντεο αλλά ήταν αργά – τα τηλέφωνα δεν σταματούσαν να χτυπάνε. Αλλοι έπαιρναν για να βρίσουν τον Τραμπ που δεν φέρεται καλά στους μετανάστες, άλλοι για το πώς τολμάει να έχει προσλάβει μετανάστη και όχι κάποιον Αμερικανό. Οταν οι δημοσιογράφοι ρώτησαν τον Τραμπ για τον Ρικάρντο, εκείνος δήλωσε πως δεν θα ζητήσει να απολυθεί, αλλά ότι θα κοιτάξει ο ίδιος τον φάκελό του.

Μέχρι και σήμερα συνεχίζει να δουλεύει κανονικά. Ξέρει ωστόσο πως μετά τις εκλογές μπορεί και να χάσει τη δουλειά του. Δεν μετανιώνει όμως για το βίντεο. Με αυτό, έδωσε φωνή σε χιλιάδες μετανάστες που ζουν και εργάζονται στη χώρα την οποία νιώθουν δεύτερη πατρίδα τους.

Ιστορίες σαν της Αθίρ ή του Ρικάρντο είναι που ώθησαν πριν από αρκετούς μήνες τη βετεράνο Ρεπουμπλικανή πολιτικό Κριστίν Ουίτμαν να βγει πρώτη δημόσια και να μιλήσει εναντίον του Τραμπ, προκαλώντας θύελλα μέσα στο κόμμα της.

«Αλλοι με έπαιρναν να μου κάνουν παρατήρηση πως θα έπρεπε να στηρίξω το κόμμα, άλλοι για να με ευχαριστήσουν που βρήκα το θάρρος να μιλήσω», λέει. Το παράδειγμά της ακολούθησαν και άλλοι Ρεπουμπλικανοί στην πορεία. Οι περισσότεροι βρήκαν την ευκαιρία να το κάνουν όταν αποκαλύφθηκε η προ δεκαετίας συνομιλία του Τραμπ με έναν δημοσιογράφο για τις γυναίκες – βέβαια πολλοί αναγκάστηκαν να το «πάρουν πίσω». «Οι οπαδοί του Τραμπ τούς άσκησαν τεράστια πίεση στις εκλογικές τους περιφέρειες», εξηγεί η Ουίτμαν.

«Σίγουρα το ότι δεν πολιτεύομαι το κάνει πιο εύκολο, αλλά ειλικρινά ακόμα και αν κατέβαινα στις εκλογές, θα είχα ακριβώς την ίδια στάση – πρέπει επιτέλους να βάλουμε τη χώρα πάνω από το κόμμα».

Στον Λευκό Οίκο

Στο γραφείο της είναι ακουμπισμένα χειροποίητα λευκώματα με φωτογραφίες και σημειώσεις από την πολιτική της ζωή. Τα ξεφυλλίζουμε και διηγείται ιστορίες – από την πρώτη της δουλειά στην προεκλογική καμπάνια του Ροκφέλερ, τα 8 χρόνια ως κυβερνήτης του Nιου Τζέρσεϊ, τη ζωή στον Λευκό Οίκο όπου διετέλεσε στενή σύμβουλος του Μπους. Οσο την ακούω σκέφτομαι πόσο δύσκολες πρέπει να είναι για εκείνη αυτές οι εκλογές. 

«Θέλω να επαναφέρω το κόμμα μου εκεί που θα έπρεπε να είναι», μου λέει.

– Εχετε αποφασίσει τι θα ψηφίσετε;

– Εχω ήδη ψηφίσει.

– Τι;

– Η ψήφος είναι μυστική αλλά έχω επανειλημμένα δηλώσει πως δεν θα μπορούσα να ψηφίσω τον Τραμπ.

«Θα ψηφίζατε τους Δημοκρατικούς;», επιμένω.

– Ναι. Ψήφισα τη Χίλαρι. Δεν ήταν μια εύκολη απόφαση, αλλά ήταν κάτι που έπρεπε να κάνω.

«Οι Ελληνες στηρίζουμε τα καζίνο του στο Ατλάντικ Σίτι»

Στα κεντρικά γραφεία της καμπάνιας Κλίντον στη Bοστώνη και τη Νέα Υόρκη οι τοίχοι είναι καλυμμένοι από άκρη σε άκρη με φωτογραφίες της υποψηφίας προέδρου, ζωγραφιές μικρών παιδιών και τεράστιες αφίσες με τις υπογραφές και αφιερώσεις των εθελοντών. Το τελευταίο διάστημα τα γραφεία λειτουργούν σχεδόν όλη την ημέρα και ο καθένας βοηθάει όπως μπορεί. Αλλοι παίρνουν τηλέφωνα, άλλοι φέρνουν φαγητό και άλλοι εμψυχώνουν την ομάδα...

«Ελάτε να γράψουμε Ιστορία», φωνάζει με κάθε ευκαιρία μια «βετεράνος» εθελόντρια.

Στα γραφεία αυτά συναντήσαμε ένα βράδυ τον Τεντ Αναστασίου. Με καταγωγή από την Καστοριά, ο Τεντ γεννήθηκε και σπούδασε στην Αμερική. Η πρώτη του δουλειά ήταν στην καμπάνια του Ομπάμα. Εδώ και ένα χρόνο βοηθάει τη Χίλαρι.

«Εχω γίνει επαγγελματίας τηλεφωνητής! Αλλάζω την προφορά μου αναλόγως πού τηλεφωνώ», λέει γελώντας. Ο Τεντ είχε αναλάβει πολλά απογεύματα να μαζέψει και άλλους Ελληνοαμερικανούς για να πάρουν στοχευμένα τηλέφωνα σε άλλους ψηφοφόρους της Ομογένειας. Είναι μια προσπάθεια που έχει ξεκινήσει στο πλαίσιο των «Ελληνοαμερικανών για τη Χίλαρι» – μιας επιτροπής με επικεφαλής τον Τζον Ποντέστα (τον Ελληνοαμερικανό που ηγείται της προεκλογικής καμπάνιας της Κλίντον) και την Ελένη Τσακοπούλου-Κουναλάκη, πρώην πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ουγγαρία.

Μπορεί η Κλίντον σε αυτή την προεκλογική περίοδο να μην έχει μιλήσει δημόσια για την Ελλάδα, αλλά ο Ποντέστα και ο Μάικλ Δουκάκης μίλησαν πρόσφατα μέσω τηλεδιάσκεψης σε 70 Ελληνοαμερικανούς για τις θέσεις της Κλίντον σε όλα τα καυτά ελληνικά θέματα. Το χρέος, το θέμα της ονομασίας και τις παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου από τουρκικά μαχητικά.

«Η Κλίντον είναι με το μέρος μας σε όλα αυτά τα ζητήματα», εξηγεί ο Τεντ Αναστασίου που συμμετείχε σε αυτή την τηλεδιάσκεψη. «Οι Ελληνοαμερικανοί στηρίζουν τη Χίλαρι!», λέει με σιγουριά.

Στην Αστόρια

Ομως όταν το επόμενο πρωί πήγαμε στην ελληνική γειτονιά της Νέας Υόρκης για να μιλήσουμε με τον κόσμο εκεί, η εικόνα ήταν διαφορετική. «Η Αστόρια ψηφίζει Τραμπ», δήλωσε ο φαρμακοποιός – μαζί του συμφώνησαν και οι δύο πελάτες που περίμεναν στην ουρά, ο σουβλατζής που έψηνε κρέατα στον δρόμο, το ανδρόγυνο που έχει την κάβα με τα ελληνικά κρασιά, ο κρεοπώλης και γενικά και οι 14 άνθρωποι που ρωτήσαμε τυχαία στον δρόμο ποιον θα στηρίξουν σε αυτές τις κρίσιμες εκλογές.

Θα περίμενε κανείς πως όντας οι ίδιοι μετανάστες δεν θα στήριζαν κάποιον που τα έχει βάλει με όποιον δεν είναι «καθαρόαιμος» Αμερικανός... Ο κ. Χρήστος που φτιάχνει τον πρωινό φραπέ σε όλη την Αστόρια προσπάθησε να μας εξηγήσει τη λογική πίσω από την όχι και τόσο αλληλέγγυα στάση προς τους μετανάστες:

«Οταν ήρθαμε εμείς στην Αμερική, ήμασταν λίγοι. Τώρα υπάρχει πλεόνασμα και δεν υπάρχουν πολλές δουλειές, πώς θα βγει ένας μετανάστης τώρα; Ασε που αυτοί που έρχονται, αντί να δουλεύουν, ζουν μέσα στην παρανομία».

«Και αν αύριο τα βάλει με εσάς;», τον ρωτάω. «Αποκλείεται. Οι Ελληνες στηρίζουμε τα καζίνο του Τραμπ στο Ατλάντικ Σίτι».

Η αλήθεια είναι πως είναι άγνωστο το τι πιστεύει ο Τραμπ για τους Ελληνες και τη χώρα μας. Μέχρι σήμερα δεν έχει απευθυνθεί, δημόσια τουλάχιστον, στην ελληνοαμερικανική κοινότητα ούτε έχει κάνει κάποια στοχευμένη δήλωση. Εντοπίσαμε όμως κάποιες σκόρπιες δηλώσεις του, αποκαλυπτικές για τις απόψεις του για τη χώρα.

Κατ’ αρχάς πως ήταν λάθος μας να μπούμε στο ευρώ ή πως «η Ελλάδα είναι μια μη διασώσιμη χώρα». Αλλά ίσως το πιο απίστευτο σχόλιο που έχει κάνει ήταν αυτό σε μια πρωινή εκπομπή για το χρέος και για το ποιος πιστεύει πως θα πρέπει να μας βοηθήσει αν βρεθούμε και πάλι στο χείλος του γκρεμού: «Δεν θα εμπλεκόμουν και πολύ, παρα-ανακατευόμαστε σε πάρα πολλά άλλα πράγματα. Σίγουρα θα κρατούσα απόσταση. Η Γερμανία είναι πολύ ισχυρή, πολύ γερή, θα έβαζα τη Γερμανία να το χειριστεί». Για να καταλήξει πως «εάν δεν το κάνει η Γερμανία, θα εμφανιστεί ο Πούτιν “για να σώσει την παρτίδα”».

 

 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ