ΚΟΣΜΟΣ

Το ταξίδι Ομπάμα και ο Λίντον Τζόνσον

ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Υπάρχει μια μικρή ιστορία του 1964 ανεξίτηλα χαραγμένη στη γραφειοκρατική μνήμη των Αμερικανών διπλωματών που ασχολούνται με την περιοχή μας. Τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς, οι Αμερικανοί πληροφορήθηκαν ότι το τουρκικό Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας είχε εγκρίνει στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο. Η βεβαιότητα αποσταθεροποιήσεως της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ οδήγησε τον τότε Αμερικανό πρόεδρο Τζόνσον να στείλει μία επιστολή στον Τούρκο πρωθυπουργό. Εκεί του έγραφε ότι το ΝΑΤΟ δεν θα προστάτευε την Τουρκία από τη Σοβιετική Ενωση σε περίπτωση που η Τουρκία εισέβαλλε στην Κύπρο.

Η Τουρκία αντέδρασε ενοχλημένη. Μέσα σε κλίμα έντονου αντιαμερικανισμού επέτρεψε τον Ιούλιο του 1964, καθ’ υπέρβασιν της Συμβάσεως του Μοντρέ, τον διάπλου των Στενών από σοβιετικά πολεμικά.

Παράλληλα εφάρμοσε πιο αυστηρά έναντι των ΗΠΑ τις διατάξεις της συμβάσεως. Ακολούθησαν επισκέψεις Σοβιετικών και Τούρκων ανώτατων αξιωματούχων. Σταδιακά, οι σοβιετοτουρκικές σχέσεις βελτιώθηκαν σε επίπεδο που δεν απολάμβανε άλλη νατοϊκή χώρα. Το 1967 η ΕΣΣΔ έδωσε πίστωση 200 εκατομμυρίων δολαρίων στην Τουρκία για την ανέγερση βιομηχανιών. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Τουρκία είχε λάβει περισσότερη σοβιετική βοήθεια από οποιαδήποτε άλλη χώρα του Τρίτου Κόσμου. Αντιθέτως, βασική προτεραιότητα των ΗΠΑ για πολλά χρόνια αναδείχθηκε η αποκατάσταση των διμερών αμερικανο-τουρκικών σχέσεων, που είχαν πληγεί από την επιστολή Τζόνσον.

Με αυτή την ιστορία κατά νουν, καθίσταται προφανές ότι είναι περιορισμένη η διάθεση Ομπάμα να στείλει μήνυμα δυσαρέσκειας στην Τουρκία για τις αναθεωρητικές απόψεις που προβάλλει τόσο έντονα και έναντι της Ελλάδος. Κατά πάσα πιθανότητα θα εξαντληθεί στη σημειολογία της μη μεταβάσεως στην Αγκυρα, εν αντιθέσει προς την πρακτική των τριών προκατόχων του, όταν είχαν επισκεφθεί τη χώρα μας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ αδιαφορούν για το κενό που αφήνει η Τουρκία ενώ βυθίζεται σταθερά στην κινούμενη άμμο του Κουρδικού και του θρησκευτικού πολέμου σουνιτών και σιιτών. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η σοβαρή ανησυχία ως προς την κατά τα άλλα θετική επίσκεψη Ομπάμα. Για τους Αμερικανούς το Κυπριακό είναι περίπου αδιάφορο ως θέμα, διότι δεν διακυβεύονται συμφέροντά τους. Αντιθέτως, θεωρούν ότι επίλυση του Κυπριακού μπορεί να έχει καταλυτικές συνέπειες για την περιοχή (αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν «game changer»). Θα δώσει διέξοδο στην Τουρκία προς την ανατολική Μεσόγειο, ισοφαρίζοντας πιθανές υποχωρήσεις της στο κουρδικό μέτωπο. Θα διευκολύνει τη μεταφορά αερίου από τα ισραηλινά κοιτάσματα μέσω Κύπρου στην Τουρκία. Κατ’ επέκταση θα οδηγήσει σε προσέγγιση Αγκυρας - Τελ Αβίβ και σε επόμενο βήμα Καΐρου, δημιουργώντας ένα νέο σύστημα ασφαλείας. Η αμερικανική πρόσληψη των πραγμάτων είναι λανθασμένη, διότι η ερντογανική Τουρκία εμφορείται από άλλες αντιλήψεις περιφερειακής ισχύος.

Ο Ομπάμα, όμως, θα ασκήσει έντονες πιέσεις στην Αθήνα να δεχθεί το σχέδιο λύσεως στο Κυπριακό που ετοιμάζεται. Πρόκειται περί ενός σχεδίου που αντανακλά την παρούσα ισορροπία ισχύος, που είναι σταθερά θετική υπέρ της Τουρκίας από το 1974. Τα πράγματα δεν είναι εύκολα για την κυβέρνηση μιας αδύναμης χώρας, που περιμένει να δει εάν αφήσει κάτι ο Αμερικανός ηγέτης στο δισκάκι που έχουμε εναποθέσει μπροστά μας. Χρειάζεται σταθερή γραμμή άμυνας, για να αποφύγουμε τα πολύ χειρότερα.

*Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου & Εξωτερικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ