ΕΛΛΑΔΑ

Ανάμεσα στο Κολωνάκι της ύφεσης και το Κολωνάκι της φαντασίας

ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μένω στο Κολωνάκι είκοσι χρόνια, αλλά είναι σαν να ζούσα πάντα εδώ. Τις Κυριακές πήγαινα με τους γονείς μου στη Δεξαμενή και τρώγαμε κάτι φρικτά τηγανητά λουκάνικα, μετά από πολλές ώρες δανεικό σκέιτμπορντ. Κάθε τόσο ανέβαινα κι έστηνα λίγο αυτί στις συζητήσεις των ενηλίκων, ’80s πολιτικό κουτσομπολιό αλλά και σκέτο κοινωνικό σχόλιο, σε μια γωνία ο Γιώργος Βέλτσος και η σύζυγός του, ενώ ο γιος του σκαρφάλωνε στα πεύκα με τον γιο του Γιώργου Κοντογιάννη.

Η έφηβη κόρη της Ζωής Λάσκαρη όμορφη σαν ζωγραφιά και ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος νομίζω ήταν υπουργός Πολιτισμού – μια Κυριακή ήταν ένας από μας και την επόμενη υπουργοποιήθηκε και κάπως άλλαξε στα μάτια μας και δεν πλησιάζαμε πια στο τραπέζι του. Δίπλα καθόταν ο Νίκος Κακαουνάκης, που είχε ανοίξει και δικό του εστιατόριο, ο Κώστας Ζουράρις και ο Κώστας Βεργόπουλος, ήταν πολλοί που διάβαζαν τον Monde. Στην πραγματικότητα, δεν ξέρω αν τον διάβαζαν ή απλώς περιφέρονταν με το φύλλο διπλωμένο στη μασχάλη για στυλ.

Συνέχισα να πηγαίνω ως φοιτήτρια και συχνά τύχαινε στο διπλανό τραπέζι να κάθεται ένας γοητευτικός νεαρός στην ηλικία μου, αλκοολικός, που τον μάζευαν σχεδόν κάθε βράδυ, έπεφτε κάτω κι ήθελα να τον πάρω αγκαλιά, γιατί ήμουν σίγουρη ότι θα πεθάνει. Και όμως, τον βλέπω ακόμη και είναι ακόμη αλκοολικός και ακόμη όμορφος, δεν έχω ιδέα ποιο είναι το όνομά του. Πάντως επιβίωσε.

Το άλλο στέκι μου στα 20 ήταν το Ντόλτσε. Εβαζα ξυπνητήρι και πήγαινα κατευθείαν εκεί, όχι πανεπιστήμιο, γιατί εκεί γίνονταν πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις με τον Χρήστο Χωμενίδη, ας πούμε, ή τον Φώτη Γεωργελέ –  μας το έλεγε η καθηγήτριά μας στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ, η Μαρία Κομνηνού, «μην ταλαιπωρείστε και με ταλαιπωρείτε κι εμένα, πηγαίνετε στο καφενείο». Το Ντόλτσε είχε υπέροχα τοστ και ο Οδυσσέας, ο κοκκινομάλλης, μας σέρβιρε τότε. Ξεκινούσαμε με καφέ και καταλήγαμε αργά το απόγευμα με μπίρες, ώρες άσκοπες, αλλά και τελικά παραγωγικές, περνούσε ο Κωνσταντίνος Τζούμας κι έλεγε τα ωραία του τα σουρεαλιστικά και διάφοροι σκηνοθέτες που, όταν ανεβαίναμε μετά στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τους ξέραμε όλους και ήταν λίγο μαγκιά να τους χαιρετάμε λίγο προτού πάρουν βραβείο στο Ολύμπιον. Τώρα, στο Φίλιον, μιλάμε με τον Ηρακλή για τις συνομήλικες κόρες μας, τον έχω φίλο στο Facebook και τον πιάνει μια μανία ξαφνικά και μου κάνει είκοσι λάικ σε όλα τα άρθρα μου και στις φωτογραφίες μου το τελευταίο τρίμηνο. Στο Ροκ εν Ρολ ξεροστάλιαζα κάθε βράδυ, καμιά φορά με ρωτούσαν αν δουλεύω εκεί, τόσο εντοιχισμένη είχα γίνει στο περιβάλλον, στο τέλος της ξύλινης μπάρας, γιατί στην αρχή της πήγαιναν οι ηλικιωμένοι αλκοολικοί.

Επιασε τόπο η επένδυση χρόνου και χρήματος και τώρα, όταν πάει η κόρη μου στην καινούργια του στέγη, στο παλιό 14 για τους μυημένους, περνάει σφαίρα από την πόρτα, λέει το όνομα του πατέρα της και το δικό μου και οι Πιτσιλήδες ξέρουν ποια είναι. Κι εγώ, όταν παίζουν τα Αχτύπητα φιλέτα μία φορά τον χρόνο, είναι σαν να γυρίζω σπίτι μου, αν και το αληθινό μου σπίτι είναι το άλλο, το παλιό Stage Coach, στη Λουκιανού. (Μάλλον έτσι καταλαβαίνει κανείς ότι μεγάλωσε, όταν για να προσδιορίσει ένα μέρος προσθέτει διάφορα «τέως-πρώην-ex».)

Μόνο η Ράτκα δεν είναι πρώην, είναι η Ράτκα και ήμουν παιδάκι όταν κοιμόμουν στην αγκαλιά της μαμάς μου, που καθόταν κάτω από τον παπαγάλο, επειδή δεν είχε βρει τραπέζι στο Σουλαντίκα στη Σκουφά ή στις «4 εποχές». Και τώρα πια η Ράτκα είναι γιαγιά τριδύμων και τη βλέπω με το καροτσάκι να κόβει βόλτες, όχι πια μυστηριώδης Βουλγάρα καλλονή, αηδιασμένη από τον Ζίβκοφ, αλλά κανονική γιαγιά – το πρωί, γιατί το βράδυ παρελαύνουν από το μαγαζί της πρώην υπουργικά συμβούλια και συγγραφείς, και επιχειρηματίες, και ηθοποιοί, και τα παιδιά και τα εγγόνια τους.

Πεθαίνω να βλέπω φωτογραφίες αρχών του περασμένου αιώνα με τα πρόβατα στους πρόποδες του Λυκαβηττού, εκεί όπου βρισκόταν το παγκάκι όπου έδωσα το πρώτο μου φιλί στα 14, αλλά και τους βοσκούς να κατηφορίζουν τη Μαρασλή, εκεί όπου τώρα σχηματίζονται χείμαρροι όταν βρέχει. Μια φορά, θυμάμαι, είχα βγάλει τα παπούτσια μου, είχα σηκώσει τα μπατζάκια μου και περπατούσα έτσι ξυπόλητη, αψηφώντας τα ορμητικά νερά που κατέβαιναν από τον λόφο. Νέο Δελχί meets «Ευαγγελισμός», έλειπαν οι αρουραίοι, αλλά ίσως είχε κι από αυτούς, ήταν πολύ θολή η λάσπη για να μπορώ να διακρίνω με ασφάλεια. Εχω δει σε άλλη περίπτωση αρουραίο: είχε ζέστη και είχαν απεργία οι σκουπιδιάρηδες, είχαν μαζευτεί σωροί από σακούλες, σεληνιακό το τοπίο, σαν να έχει πέσει πυρηνική βόμβα κι έχουν επιβιώσει μόνο τα τρωκτικά και οι κατσαρίδες. Πολλές φορές με πιάνουν τα γέλια όταν συναντώ την ειρωνεία στη φωνή των «τουριστών» από άλλες περιοχές της Αθήνας, να μιλούν με ημιζηλόφθονο-περιφρονητικό τόνο για το Κολωνάκι, γιατί ξέρω ότι στη Δεινοκράτους κάνεις σλάλομ στο πεζοδρόμιο για να μην πατήσεις τα μαλακά κακά σκύλων – είχα βουτήξει μια φορά το πόδι μου σε μία από αυτές τις... τούρτες και η σαγιονάρα μου έγινε καφέ. Τα καλοκαίρια, που λείπουν οι κάτοικοι της περιοχής σε διακοπές, μένουν μόνο οι παράφρονες, βγαίνουν στα μπαλκόνια και φωνάζουν και βρίζουν, μια γειτονιά-φωλιά του κούκου και οι ηλικιωμένες κυρίες με μαλλί κουνουπίδι που περπατούν αργά και δεν βγαίνουν ποτέ από το σπίτι χωρίς κραγιόν. Είναι αυτές που είναι πρωτοπόρες ακτιβίστριες όταν πρόκειται για τις νεραντζιές της Κανάρη ή το Καφενείο της Δεξαμενής ή την ηχορύπανση και τα τραπεζοκαθίσματα στη Χάρητος.

Κάνω τζόγκινγκ τα βράδια γύρω από τον Εθνικό Κήπο, τρέχω πάνω στη λωρίδα για τους τσολιάδες και με ακολουθούν αδέσποτα παρανοϊκά σκυλιά που γαβγίζουν μόνο σε περαστικούς με μούσια, αλλά είναι κολλητά με τους αστυνομικούς του Μαξίμου και του Προεδρικού. Στις κλούβες μέσα τρώνε σουβλάκια οι ειδικές δυνάμεις, έρχεται ο ντελιβεράς και τους τα φέρνει εκεί, τσιμπούσι μέσα στη νύχτα και συχνά τους κάνουν παρέα και τα κορίτσια τους στη βάρδια. Επιστρέφω στη «Σκομπία» –μένω δίπλα στην αγγλική πρεσβεία, σχεδόν απέναντι από το κτίριο στο οποίο έμενε το περίεργο ερωτικό κουαρτέτο Σκανδιναβών αρχαιολόγων στις αρχές του 20ού αιώνα– και αν είχαμε Εμφύλιο τώρα, οι αντάρτες θα με είχαν εχθρό και θα με πυροβολούσαν από πάνω από την Πατριάρχου Ιωακείμ, αλλά τώρα το ταξικό χάσμα είναι κάπως οριζόντιο γιατί μένω στην Καρνεάδου προς το τέρμα και μια φίλη μου μου εξήγησε ότι αυτό είναι το lower Κολωνάκι και ίσως θα έπρεπε να σταματήσω να λέω ότι «μένω στο Κολωνάκι» και να διευκρινίζω πως στην πραγματικότητα «μένω στον Ευαγγελισμό». 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ