ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι κίνδυνοι για την Ισπανία

SARAH CARLSON, MICKAEL CONDRAND*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την περασμένη εβδομάδα, ο κ. Μαριάνο Ραχόι ορκίστηκε για δεύτερη φορά πρωθυπουργός της Ισπανίας, επικεφαλής κεντροδεξιάς κυβέρνησης μειοψηφίας. Η δεύτερη θητεία τού κ. Ραχόι δίνει τέλος στο πολιτικό αδιέξοδο της Ισπανίας, έπειτα από δέκα μήνες, δύο εκλογικές αναμετρήσεις χωρίς ξεκάθαρο νικητή και πολυάριθμες αποτυχημένες προσπάθειες συγκρότησης κυβερνητικού συνασπισμού. Ωστόσο, το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν έχει την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο και ο κατακερματισμός που επικρατεί σε αυτό θα είναι σημαντικά εμπόδια στις προσπάθειες να διορθωθούν τα διαρθρωτικά προβλήματα της ισπανικής οικονομίας. Συνεπώς δεν είμαστε καθόλου σίγουροι ότι η Ισπανία θα πετύχει τους δημοσιονομικούς στόχους που έχει ορίσει η Κομισιόν. Ο κ. Ραχόι είχε λάβει ψήφο εμπιστοσύνης στα τέλη Οκτωβρίου με 170 ψήφους υπέρ και 111 κατά, ωστόσο αυτό που του έδωσε την εξουσία ήταν η αποχή των βουλευτών του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSOE).

Ο συσχετισμός των δυνάμεων θα αποτελεί πρόκληση για τον κ. Ραχόι, δεδομένου ότι το Λαϊκό Κόμμα του και το κεντρώο κόμμα Ciudadanos διαθέτουν μαζί μόλις 169 έδρες, δηλαδή τούς λείπουν επτά ώστε να έχουν πλειοψηφία. Περιμένουμε ότι η κυβέρνηση θα δυσκολευτεί να βρει λαϊκή ή κοινοβουλευτική υποστήριξη για να εφαρμόσει το ευρύ πρόγραμμα αλλαγών που οι διεθνείς παρατηρητές θεωρούν ότι είναι ζωτικής σημασίας για να αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες της ισπανικής οικονομίας και να αυξηθεί το μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό της χώρας. Συνεπώς εξακολουθεί να υπάρχει η πιθανότητα διενέργειας πρόωρων εκλογών. Η δυναμική των δημόσιων οικονομικών της Ισπανίας παραμένει πρόκληση εξαιτίας της ύπαρξης διαρθρωτικών αδυναμιών, μεταξύ άλλων της ανάγκης για στενότερο έλεγχο των οικονομικών των περιφερειακών κυβερνήσεων και της συγκράτησης των δαπανών για την υγεία και των διαρθρωτικών ανισορροπιών στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης της χώρας. Η Ισπανία έχει αποτύχει επανειλημμένως να επιτύχει τους ονομαστικούς και διαρθρωτικούς στόχους για το έλλειμμα και προβλέπουμε ότι δεν θα μειώσει το έλλειμμά της στο αναθεωρημένο 4,6% του ΑΕΠ το 2016.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει παραχωρήσει στην Ισπανία δύο επιπλέον χρόνια, προκειμένου η Μαδρίτη να μειώσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ και, σύμφωνα με τις νέες συστάσεις της, η ισπανική κυβέρνηση θα πρέπει να λάβει μέτρα λιτότητας για να μειώσει το διαρθρωτικό της έλλειμμα κατά 0,5% το 2017 και το 2018. Η υπερψήφιση του νέου προϋπολογισμού του 2017 θα αποτελέσει την πρώτη σημαντική δοκιμασία για τη νέα κυβέρνηση. Προβλέπουμε ότι το δημόσιο χρέος της Ισπανίας θα σταθεροποιηθεί γύρω στο 100% του ΑΕΠ το 2017 και εν συνεχεία θα αρχίσει να μειώνεται σταδιακά, παρά το γεγονός ότι το περιβάλλον είναι εξόχως υποστηρικτικό, χάρη στις ικανοποιητικές συνθήκες δανεισμού και στις χαμηλές αποδόσεις που έχουν τα κρατικά ομόλογα. Η επιδόσεις της ισπανικής οικονομίας δεν επηρεάστηκαν σημαντικά από την πολιτική αβεβαιότητα που είχε επικρατήσει στο μεγαλύτερο μέρος του 2016. Ο ρυθμός ανάπτυξης έφτασε το 3,2% σε ετήσια βάση το τρίτο τρίμηνο του 2016. Τον Σεπτέμβριο η ανεργία είχε υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009 (αν και εξακολουθεί να βρίσκεται στο 18,9%), εξαιτίας του υψηλού κόστους που έχουν οι προσλήψεις στον τομέα των υπηρεσιών. Η ισπανική οικονομία ανακάμπτει κυκλικά, ενισχυμένη από τις χαμηλές τιμές της ενέργειας, από τις θετικές συνθήκες χρηματοδότησης και την πολύ καλή επίδοση του τουριστικού τομέα, με τις αφίξεις να έχουν αυξηθεί κατά 10,1% τους πρώτους εννέα μήνες του 2016.

Παρ’ όλα αυτά, προβλέπουμε ότι η δυναμική της ισπανικής οικονομίας θα εξασθενήσει το 2017, διότι θα αρχίσει να επιβραδύνεται αφενός ο πραγματικός ρυθμός αύξησης εισοδήματος των νοικοκυριών και αφετέρου οι επενδύσεις. Η ισπανική οικονομία είναι επίσης εκτεθειμένη στην αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε., μέσω του εμπορίου, των χρηματοπιστωτικών και του τουρισμού, διότι οι Βρετανοί τουρίστες αποτελούν περίπου το 25% των επισκεπτών. Συνεπώς προβλέπουμε επιβράδυνση της πραγματικής ανάπτυξης στο 2% το 2017 από 2,9% το 2016.

* Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο ημερήσιο δελτίο αναλύσεων της Moody’s.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ